ΕΙΔΑΜΕ τον Θείο Βάνια σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

της Δήμητρας Τσιαούση

 

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά επιμένει με Άντον Τσέχωφ και φαίνεται ότι το ένστικτο λειτούργησε υπέρ του. Ο Θείος Βάνιας, ένα από τα αριστουργήματα του Ρώσου Συγγραφέα, που έχει αγαπηθεί από το αναγνωστικό και θεατρικό κοινό παρουσιάζεται σε μετάφραση και σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη.

Οι δυο πυλώνες της παράστασης είναι ο Θείος Βάνιας και ο Άστρωφ, τους οποίους υποδύονται ο Γιώργος Κιμούλης και ο Τάσος Νούσιας αντίστοιχα. Σκηνοθετικά, το κέντρο βάρους δίνεται στους δυο χαρακτήρες, που αν και ανεκπλήρωτα, ενσταλάζουν φως και ζωή, και δείχνουν πιο αφυπνισμένοι από το σύνολο της κοινωνίας.

Οι δυο ηθοποιοί χαρίζουν μαγευτικές ερμηνείες. Έχουν ταυτιστεί με τους χαρακτήρες συνθέτοντας τα δικά τους στοιχεία. Ο Γιώργος Κιμούλης με μεγάλη ευελιξία υποδύεται τον αλκοολικό Βάνια, τον ερωτευμένο με την Έλενα Βάνια, τον σοφότερο του καθηγητή σκεπτικιστή. Η προσαρμογή όμως του ρόλου στο υποκριτικό στυλ του ηθοποιού (τα καυστικά-προκλητικά σχόλια, μεθυστικό παραλήρημα, τα ερωτικά κελεύσματα, οι έξυπνες ατάκες) είναι που κερδίζει τις εντυπώσεις.

Ο αρκετά νεότερος σε ηλικία Τάσος Νούσιας στέκεται επάξια δίπλα και ενσαρκώνει τον «πράσινο» φιλόσοφο που προσπαθεί να σώσει τον κόσμο, που έχει συνειδητοποιήσει το ρόλο του αποδέκτη στην κοινωνία, και παίζει με τη ερωτική φωτιά της Ελένα και καίγεται. Οι ερμηνευτικές κορυφώσεις που απογειώνουν τον ρόλο είναι ο απελευθερωμένος χορός απόλυτης μέθης του γιατρού στους ρωσικούς ήχους του ακορντεόν και η φιλοσοφική παρουσίαση των ιδεών του για τον άνθρωπο και την καταστροφική του μανία, για την αδράνεια του αστού που είναι «κολλητική» στον απλό, φτωχό λαό. «Μισώ τους ανθρώπους, γιατί με ανάγκασαν να ζω χωρίς ελπίδα» τονίζει ο γιατρός.

Στον αντίποδα, βρίσκεται η θεωρία της παραίτησης, της «κανονικότητας» που παρουσιάζουν οι υπόλοιποι ήρωες, με την θεούσα νένα, Μάγδα Λέκκα, που όλα τα γιατρεύει με ένα τσάι, με την επιφανειακά «διαβασμένη» μητέρα του Βάνια, Μαίρη Νάνου, με τον απόλυτο παράδειγμα θυματοποίησης Ιλια, Κώστα Κοράκη και στην κορυφή της παραίτησης η μικρή Σόνια, Χαρά Γιαννάτου, που αγαπά το σκοτάδι, για να ελπίζει, που βλέπει το φυσιολογικό θάνατο ως μόνη παρηγοριά του ανθρώπου. Η τελευταία κλείνει σπαρακτικά την παράσταση υπογραμμίζοντας μια ζωή στο σκοτάδι.

Η Ελένα και ο καθηγητής, Στέλλα Καζάζη και Γιώργος Ψυχογιός επί σκηνής, αντιπροσωπεύουν τον αστό, που εισβάλλει απρόσκλητος στη ζωή των άλλων και μεταφέρει την παθητικότητα και την αδράνεια στους γύρω τους. Στην φιγούρα του καθηγητή δίνεται μια γελοιογραφική, καρικατούρικη διάσταση προκαλώντας το γέλιο και διακωμωδώντας το ρόλο του στην κοινωνία, ενώ ως προς το χαρακτήρα της Ελένα, δίνεται μεγαλύτερη σημασία στο ερωτικό και ανικανοποίητο στοιχείο.

Σκηνοθετικά, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης λαμβάνει χώρα εντός του σπιτιού του Βάνια, ενώ η σκηνή ανοίγει στην προαύλιο χώρο του κτήματος. Λίγα εκτυλίσσονται πίσω από τη σκηνή εντείνοντας το ενδιαφέρον του θεατή. Οι μικροί και μεγάλοι μονόλογοι, ανάλογα με το βάρος των λόγων τους, μπαίνουν εμβόλιμοι κατά την διάρκεια της δράσης κάνοντας μικρές παύσεις. Εδώ σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες βαθύτερα, αποκαλύπτονται κρυφοί πόθοι, ολοκληρώνεται η κοσμοθεωρία τους.

Πιθανόν, πέραν των υποκριτικών ταλέντων, η μεγάλη επιτυχία της παράστασης να οφείλεται στο αίσθημα δικαίου (αν και τελειώνει άδοξα) στον εξοβελισμό του καθηγητή και την γενικότερη ταύτισή του με κάθε κατακτητή. Υπό αυτό το πρίσμα, το έργο γίνεται επίκαιρο στις μέρες μας, και διαχρονικό. «πώς γίνεται να μας εξαπατούν κάποιοι ποιο ηλίθιοι από εμάς?» μονολογεί ο Βάνιας.

Μια εκπληκτική παράσταση, που συγκινεί, προβληματίζει…που γεμίζει πλήρως το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά!