Τράπεζες: Καμπανάκι για τα έσοδα λόγω πολέμου


Πώς η ουκρανική κρίση αλλάζει τα δεδομένα

Ξεπερασμένες είναι πλέον οι εκτιμήσεις για την κερδοφορία των τραπεζικών ομίλων που διατύπωσαν λίγο πριν τα μέσα Μαρτίου οι διοικήσεις τους, στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της χρήσης του 2021.

Σε εκείνη τη συγκυρία υπήρχε η πεποίθηση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα είναι σύντομος. Οι εξελίξεις όμως διέψευσαν αυτές τις προσδοκίες και πλέον ο κλάδος κινδυνεύει να χάσει το πρώτο εξάμηνο της χρονιάς ως προς τους στόχους για νέες εργασίες.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, με τα σημερινά δεδομένα η ανάπτυξη του 2022 θα διαμορφωθεί περί το 3% έναντι εκτιμήσεων για άνοδο του ΑΕΠ κατά τουλάχιστον 4% μερικές εβδομάδες νωρίτερα.

Σε καμία περίπτωση μία ανάπτυξη αυτής της τάξης δεν μπορεί να θεωρηθεί πισωγύρισμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρξουν επιπτώσεις στα οικονομικά μεγέθη των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τράπεζες στις εσωτερικές τους μετρήσεις έχουν αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψη για τα νέα δάνεια εφέτος, καθώς παρατηρείται πλέον διστακτικότητα στην υλοποίηση επενδύσεων από αρκετές επιχειρήσεις, όσο δεν ξεκαθαρίζει το τοπίο ως προς το Ουκρανικό και ο πληθωρισμός παραμένει στα ύψη.

Συγκεκριμένα, διαβλέπουν μία πίεση στα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες και κατ΄ επέκταση στην οργανική κερδοφορία, ενώ τα καθαρά μετά φόρων αποτελέσματα θα επηρεαστούν από την αναπόφευκτη κατά τα φαινόμενα αύξηση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Ενδεικτικό είναι το χθεσινό report της Eurobank Equities, οι αναλυτές της οποίας εκτιμούν ότι η προ προβλέψεων κερδοφορία θα είναι κατά μέσο όρο στον κλάδο χαμηλότερη κατά 5% σε σχέση με τις προ πολέμου προβλέψεις της και τα καθαρά έσοδα χαμηλότερα κατά 12%.

Στο πλαίσιο αυτό εκτιμούν ότι η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων θα διαμορφωθεί σε 5% και 7,1% το 2022 και το 2023 αντίστοιχα, ποσοστά που είναι χαμηλότερα των αρχικών στόχων των τραπεζών.

Χαμηλά τα πράσινα δάνεια

Η βασική παράμετρος που αναμένεται να επηρεάσει τα εφετινά αποτελέσματα σχετίζεται με τη μικρότερη του αναμενόμενου αύξηση του ενήμερου χαρτοφυλακίου των τραπεζών, το οποίο παραμένει εδώ και μία τριετία κολλημένο σε χαμηλά για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας επίπεδα, παρά το πέρασμα του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης σε θετικό έδαφος.

Στο θέμα αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας την περασμένη εβδομάδα στο ΟΤ Forum, ο οποίος χαρακτήρισε επιτακτική την ανάγκη να επιταχυνθούν τα σχεδιαζόμενα πριν το ξέσπασμα του πολέμου επενδυτικά σχέδια, ειδικά αυτά που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.

Όπως εξήγησε, αυτή τη στιγμή τα εξυπηρετούμενα δάνεια (PΕs) και στις τέσσερις σημαντικές τράπεζες διαμορφώνοντα λίγο πάνω από τα 100 δισ. ευρώ, σημειώνοντας πως πρόκειται για πολύ χαμηλό νούμερο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάστηκε ο Οικονομικός Ταχυδρόμος, τη διετία 2019 – 2021, παρά την άνοδο των νέων εκταμιεύσεων, το χαρτοφυλάκιο των PΕs παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο.

Κι αυτό διότι πέραν των αποπληρωμών υφιστάμενων δανείων, τα μεγέθη συρρικνώθηκαν από τα εξής:

– Σε ορισμένες τιτλοποιήσεις, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής», εντάχθηκαν και πράσινα ανοίγματα για τη βελτίωση της τιμολόγησης των συναλλαγών.

– Αρνητική επίδραση είχαν και οι πρώτες συνθετικές τιτλοποιήσεις υγιών στοιχείων ενεργητικού από ορισμένες τράπεζες, στο πλαίσιο της στρατηγικής τους για ενίσχυση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας.

200.000 αξιόχρεοι

Βέβαια, πέραν της όρεξης για επενδύσεις και της ζήτησης για δανεικά, είναι σημαντικό οι ενδιαφερόμενοι για χρηματοδότηση να πληρούν τα ελάχιστα τραπεζικά κριτήρια, ώστε να προχωρούν οι εκταμιεύσεις.

Κατά τον κ. Στουρνάρα από τις 800.000 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα σήμερα, οι 200.000 είναι αξιόχρεες. Οι υπόλοιπες είναι πάρα πολύ μικρές, κατά βάση ατομικές, χωρίς προσωπικό ή με μόνο ένα εργαζόμενο.

Αυτό όμως, σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δεν σημαίνει ότι είναι θνησιγενείς. «Υπάρχει χώρος για όλους, αλλά για να μπορέσουν να έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα πρέπει και αυτές να κάνουν προσπάθεια για διαφάνεια στα βιβλία τους, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγησή τους».