Η χώρα χρειάζεται και… επικοινωνιακή αλλαγή, για περισσότερες επενδύσεις

Του Γιάννη Δέτση

Είναι πλέον σαφές στην ελληνική κοινωνία ότι η ελληνική οικονομία εάν θέλουμε να ξεφύγει από το σπιράλ της κρίσης χρειάζεται επενδύσεις. Αυτός άλλωστε ήταν και ένας από τους κύριους λόγους για την πολιτική αλλαγή του Ιουλίου. Ήδη τα πρώτα βήματα της νέας κυβέρνησης σε αυτήν την κατεύθυνση είναι ορατά. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν αρκούν.

Διότι ο πρώτος ενθουσιασμός κάποια στιγμή θα φύγει και η βούληση της κυβέρνησης θα έρθει αντιμέτωπη με όλες τις παθογένειες και τα προβλήματα που στο παρελθόν πέτυχαν να ακυρώσουν ή να προκαλέσουν μοιραίες καθυστερήσεις σε επενδύσεις.

Τι μπορεί να αλλάξει λοιπόν στην κατεύθυνση της αποτελεσματικότητας; Πώς θα πρέπει να κινηθεί μια κυβέρνηση που έχει στόχο το restart παλιών μεγάλων έργων που έχουν κολλήσει ή νέων επενδύσεων σαν αυτές που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στις προγραμματικές;

Το σίγουρο είναι ότι δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό.

Ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό, όμως ο σχεδιασμός και το πλαίσιο υλοποίησης κάθε μεγάλου έργου που πραγματοποιείται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να είναι εναρμονισμένα με την ευρύτερη αναπτυξιακή στρατηγική της Ένωσης και να υλοποιούνται κάτω από συγκεκριμένους κανόνες.

Και οι κανόνες αυτοί δεν περιορίζονται μόνο σε θέματα περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, στην ανάλυση της οικονομικής βιωσιμότητας και τις βέλτιστες τεχνικές προδιαγραφές του έργου. Σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο τα μεγάλα έργα πρέπει να συνοδεύονται από ανάλυση σκοπιμότητας και κοινωνικών επιπτώσεων (social impact assessment), που όπως ορίζει η ΕΕ, θα πρέπει να συζητηθούν ανοιχτά και αναλυτικά με τους stakeholders στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης.

Αυτήν ακριβώς την κρίσιμη λειτουργία έρχεται να καλύψει η επικοινωνία την οποία μόνο εξειδικευμένοι φορείς με μεγάλη εμπειρία στο σχετικό αντικείμενο μπορούν να εξασφαλίσουν. Δύο είναι οι βασικοί επικοινωνιακοί στόχοι:

– να τεθεί το πλαίσιο της διαβούλευσης και να μπουν κανόνες διαφάνειας ώστε κάθε πολίτης που το επιθυμεί να μπορεί να συμμετάσχει ισότιμα και χωρίς αποκλεισμούς.

– να ενημερωθεί το κοινό για τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τη σκοπιμότητα καθώς και τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου.

Όταν ο επενδυτής εφαρμόζει το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται την ενημέρωση των πολιτών και τη δημόσια διαβούλευση. Αντίθετα, έχει λόγους να τις επιζητεί αφού χάρη σε αυτές επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή κοινωνική συναίνεση για την υλοποίηση του έργου και περιορίζεται η δυνατότητα ειδικών συμφερόντων και ομάδων με συγκεκριμένη ατζέντα να βάζουν προσκόμματα στην επένδυση, με όχημα την άγνοια ή τη στρεβλή πληροφόρηση (όπως πολλές φορές έχουμε δει να συμβαίνει στη χώρα μας).

Εν ολίγοις, η ανοιχτή επικοινωνία διασφαλίζει στην κοινωνία και τους stakeholders της επένδυσης, ότι αυτή θα υλοποιηθεί με σεβασμό στους νόμους, το περιβάλλον και την κοινωνία. Επιπλέον, η δημόσια διαβούλευση βοηθά ώστε το κοινωνικό μέρισμα και τα ανταποδοτικά οφέλη της επένδυσης να ανταποκρίνονται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.

Με απλά λόγια,  η σωστή ενημέρωση είναι δικαίωμα του πολίτη και υποχρέωση του επενδυτή.

Πολλοί θα ισχυριστούν ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι έτοιμη να λειτουργήσει κατά τρόπο ανοιχτό, διαφανή και συμμετοχικό σε θέματα επενδύσεων. Η πραγματικότητα όμως τους διαψεύδει και δείχνει ότι υποτιμούν την ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό τουλάχιστον αποδείχθηκε τα προηγούμενα χρόνια με τη μεγάλη επένδυση του TAP όπου η κοινοπραξία ακολούθησε τα ευρωπαϊκά standards της διαβούλευσης και πέτυχε – όχι χωρίς εμπόδια είναι αλήθεια αλλά αποτελεσματικά – να βάλει γερά κοινωνικά θεμέλια σε αυτήν τη μεγάλη επένδυση. Ακολουθώντας, ο επενδυτής, τα πιο σύγχρονα διεθνή πρότυπα για όλες τις δραστηριότητες, τη συμμόρφωση αλλά και την επικοινωνία και τη διαβούλευση, απέδειξε ότι είναι εφικτό να τηρείται το διεθνές manual σε μια χώρα που είχε συνηθίσει να λειτουργεί διαφορετικά.

Βεβαίως δεν είναι μόνο ο TAP. Όταν μιλάμε για μεγάλες επενδύσεις, από σοβαρές διεθνείς επιχειρήσεις, η επικοινωνία και η διαβούλευση παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο και αντιμετωπίζονται το ίδιο σοβαρά με τη νομική συμμόρφωση ή το τεχνικό κομμάτι ενός μεγάλου έργου.

Πρόσφατα το είδαμε με τη θεσμοθέτηση του παρατηρητηρίου για τις εξορύξεις στο οποίο συμμετέχουν περιβαλλοντικές οργανώσεις. Το παρατηρητήριο ζητήθηκε από το γαλλικό πολυεθνικό κολοσσό Total, καθώς η ύπαρξή του αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργό δραστηριοποίησή της σε κάθε αγορά.

Τι μας λένε τα παραπάνω παραδείγματα; Ότι η διαβούλευση και η ενημέρωση, σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη στη χώρα μας, όχι μόνο δεν εμποδίζουν τις επενδύσεις, αλλά αποτελούν θετικούς καταλύτες που εγγυώνται την σωστή και απρόσκοπτη υλοποίησή τους. Για αυτό και πρέπει να αποτελούν οργανικό στοιχείο του σχεδιασμού τους.

Όπως το νέο μοντέλο διακυβέρνησης που εγκαινίασε η κυβέρνηση ακολουθεί τους κανόνες της εταιρικής διακυβέρνησης, έτσι και η προσέγγιση των επενδύσεων ως προς το κομμάτι της επικοινωνίας πρέπει να διαφοροποιηθεί,  να γίνει πιο σύγχρονη, ανοιχτή και εξειδικευμένη. Δεν είναι απλά θέμα κανόνων. Είναι ζήτημα ουσίας για την δημιουργία φιλοεπενδυτικού κλίματος ώστε να υποδεχθεί η χώρα τις αναγκαίες αναπτυξιακές επενδύσεις και να γυρίσει οριστικά σελίδα.

*Ο Γιάννης Δέτσης είναι επικοινωνιολόγος