Του χάρισε απ’ τα κέρδη κι όμως…: Η μήνυση του ανθρώπου που ευεργέτησε ο Βέγγος ήταν μαχαιριά στην καρδιά του


Το Μάρτιο του 1949 ο Θανάσης Βέγγος, χαρακτηρισμένος ως κομμουνιστής λόγω του ΕΛΑΣίτη πατέρα του και της συμμετοχής του ίδιου στα χρόνια της Κατοχής στην ΕΠΟΝ, οδηγείται στη Μακρόνησο.

Ως γνωστόν, στον τόπο εξορίας των αριστερών, αναπτύσσει βαθιά φιλία με τον Νίκο Κούνδουρο, του οποίου γίνεται ο φύλακας – άγγελος, όταν ο σπουδαίος σκηνοθέτης επιλέγει να απομακρυνθεί από το στρατόπεδο και να αυτοεξοριστεί μέσα στην εξορία σε ένα βουνό, απλώς για «να μην τους βλέπω και να μη με βλέπουν». Χωρίς να γνωρίζονται καν, ο Βέγγος φτάνει με πασσάλους και κομμάτια από ύφασμα στο βουνό και με συνοπτικές διαδικασίες στήνει ένα αντίσκηνο – στέγη για τον Κούνδουρο, ενώ κάθε ημέρα διανύει τη μακρά διαδρομή από το στρατόπεδο για να του πηγαίνει τροφή και νερό.

Προϊόντος του χρόνου, οι δύο τους άρχιζαν να ετοιμάζουν παραστάσεις για τους συγκρατούμενούς τους. Ο Βέγγος δεν είχε θεατρικές σπουδές, αλλά ο Κούνδουρος, που είχε εκτιμήσει τη θεατράλε κίνηση και έκφραση του, καθώς και το πηγαίο χιούμορ του, τον επέλεξε για ηθοποιό. Κάποια στιγμή ο Κούνδουρος του είπε: «Θανάση, όταν απολυθούμε θα σε πάρω να παίξεις σε μια ταινία μου».

Μετά τη Μακρόνησο ο Θανάσης άρχισε να κάνει διάφορες δουλειές, παγοπώλης, γαλατάς, έφτιαχνε τσάντες και ξέχασε την υπόσχεση του Κούνδουρου. Ο Κούνδουρος όμως δεν την ξέχασε. Τον βρήκε το 1953 σ’ ένα πατάρι όπου ο Βέγγος κατεργαζόταν δέρματα και του πρότεινε να παίξει στην ταινία του. Ο Βέγγος στην αρχή αρνήθηκε, δεν πίστευε πραγματικά ότι είχε ταλέντο. «Η επιμονή του όμως ήταν τέτοια που στο τέλος με κατάφερε. Γυρίστηκε η Μαγική Πόλη και βρέθηκα μέσα σε έναν καινούργιο κόσμο, που ταυτόχρονα αποτελούσε λύση στο οικονομικό μου πρόβλημα. Έπαιζα τρίτους ρόλους και δούλευα σαν φροντιστής για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτή ήταν η αρχή».

Για περίπου μια πενταετία ο Βέγγος έπαιζε μόνο μικρούς ρόλους και ασκούσε συγχρόνως καθήκοντα φροντιστή, έβαφε, κολλούσε σκηνικά, έψηνε καφέδες, ξεσκόνιζε, σφουγγάριζε το στούντιο, απαντούσε τα τηλέφωνα, ήταν δηλαδή ένας χαμάλης πολυτελείας. Μέσα σε δύο χρόνια έπαιξε 22 μικρούς ρόλους, ένας εξ αυτών και στον εμβληματικό «Δράκο» του Κούνδουρου το 1956. Ο πρώτος πρωταγωνιστικός ήρθε το 1959, με τη συμμετοχή του στον «Ηλία του 16ου», του Αλέκου Σακελλάριου.

Τον ίδιο καιρό παίρνει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, όχι από Σχολή, αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Έκτοτε ο Βέγγος δεν κοίταξε ξανά πίσω. Ο πρώην μεροκαματιάρης πολυτεχνίτης καθιερώνεται ραγδαία στις συνειδήσεις του κοινού ως ένας από τους σπουδαιότερους κωμικούς της υποκριτικής.

Το 1964 αποφασίζει να φτιάξει τη δική του εταιρεία παραγωγής, που ονόμασε «ΘΒ – ταινίες γέλιου». Ωστόσο ο πολυτάλαντος ηθοποιός, που σημάδεψε με τις ερμηνείες και το στυλ του τον ελληνικό κινηματογράφο, τα έκανε θάλασσα στην οικονομική διαχείριση. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, η εταιρεία επιβαρύνθηκε με μεγάλα χρέη, τα οποία ο ηθοποιός αδυνατούσε να καλύψει.

Ένα από τα λάθη του ήταν ότι για να ολοκληρώσει τις ταινίες του, προπωλούσε μετοχές, που συχνά ξεπερνούσαν το 100% της πραγματικής αξίας τους. Έφτανε στο σημείο να πουλήσει το 120% με 130% της ταινίας και στη συνέχεια να είναι υποχρεωμένος να πληρώνει το 30% ή το 20% επιπλέον.

Προσπαθούσε να έχει σε οικονομικό επίπεδο όλους τους συνεργάτες του ικανοποιημένους. Το φιλότιμο, η δοτικότητα και η ευσυνειδησία του απέκτησαν παροιμιώδη διάσταση στο σινάφι του, όπως είθισται να συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις έγιναν και αντικείμενα εκμετάλλευσης. Ακόμα και από ανθρώπους που είχε βοηθήσει πολύ, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έναν από του ηλεκτρολόγους το συνεργείου σε μία από τις ταινίες του. Ο Βέγγος δεν είχε μετρητά και του έταξε το 2% από τα κέρδη της ταινίας ως δώρο για το μωρό που επρόκειτο να γεννήσει η γυναίκα του. Η ταινία όμως δεν είχε τα προσδοκώμενα έσοδα και η εταιρία φαλίρισε, με συνέπεια ο Βέγγος να μην μπορέσει να τηρήσει την υπόσχεση του. Το αποτέλεσμα ήταν να τον σύρει ο ηλεκτρολόγος στα δικαστήρια!

Μολονότι οι ταινίες του σημείωναν μεγάλη επιτυχία, το επιχειρείν δεν ήταν το φόρτε του και ο μεγάλος κωμικός οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Όπως έχει ομολογήσει ο ίδιος, η «τελειομανία» ήταν ένας από τους λόγους που έχασε πολλά χρήματα. Όταν οι δανειστές του τον πίεζαν και η εφορία τον κυνηγούσε, οι περισσότεροι φίλοι και συνεργάτες του γύρισαν την πλάτη. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του ήταν το διαμέρισμα στην Κυψέλη στο οποίο ζούσε μαζί με την οικογένειά του. Όταν αναγκάστηκε να δηλώσει χρεοκοπία, το έχασε και αυτό.

«Ο αχάριστος είναι σαν βάζο χωρίς πάτο, ότι και να βάλεις μέσα πάλι άδειο είναι», είχε πει ο ίδιος πικρόχολα.

Η ανάκαμψη για τον Βέγγο ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν τα οικονομικά του ανέλαβε ο παλιός του φίλος και συνεργάτης Ντίνος Κατσουρίδης. Ο Κύπριος διευθυντής φωτογραφίας και μετέπειτα σκηνοθέτης ήταν ένας από τους σημαντικότερους συντελεστές της Φίνος Φιλμς και τελικά αυτός που ενέπνευσε καλλιτεχνικά τον μεγάλο ηθοποιό. Ο Κατσουρίδης σκηνοθέτησε τον Θανάση Βέγγο σε εννέα ταινίες από το 1970 έως το 1982, μεταξύ των οποίων το «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;», το «Θανάση, πάρε το όπλο σου» (1972), το «Δικτάτωρ καλεί Θανάση» και το «Από που πάνε για τη Χαβούζα».

Πηγή: menshouse