Ο Έλληνας που αρνήθηκε να συμμετάσχει στους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας και έγινε γκράφιτι στο Βελιγράδι


Μαρίνος Ριτσούδης: Ο Έλληνας που έχει γίνει γκράφιτι στους δρόμους του Βελιγραδίου μιλάει για το μεγάλο ΟΧΙ του.

Το 1999 ήταν ανθυποπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού. Τότε κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Σερβία διατάχθηκε να επιβιβαστεί στο αντιτορπιλικό «Θεμιστοκλής» προκειμένου να πλεύσει στην Αδριατική στο πλαίσιο των ΝΑΤΟϊκών υποχρεώσεων της Ελλάδας

Ο Ριτσούδης αρνήθηκε να εκτελέσει την διαταγή επικαλούμενος λόγους συνειδήσεως. Η άρνηση του αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να δικαστεί από το Ναυτοδικείο και στη συνέχεια να αποταχθεί από το Πολεμικό Ναυτικό.

Τον Ιανουάριο του 2018 τιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίο, με το μετάλλιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου και δήλωσε έκπληκτος για αυτή την τιμή μετά από 18 περίπου χρόνια

Διαβάστε τι έγραψε πριν ένα χρόνο ο Μαρίνος Ριτσούδης στο facebook για το μεγάλο αυτό ΟΧΙ.

Η σπουδή ενός ΌΧΙ, πού σου λιονταρεύει την ψυχή!

Είναι κρυφή αργή η νοστιμάδα ενός απρόσκλητου όχι, που σε έχει παρασύρει στά άγνωστα, αχαρτογράφητα νερά, καί οι κραυγές τριγύρω σου πού πνίγονται, μόνο και μόνο στη θέα σου από μακριά, πού θαρρείς ότι ταξιδεύεις αλλιώς από τους άλλους.
Όλοι μας στο ταξίδι αυτό που λέγεται ζωή,
συναντάμε μικρά, μεγάλα σταυροδρόμια,
ο ένας δρόμος είναι το όχι, ο άλλος δρόμος κατηφόρα προσεγγίζεται ευκολότερα, γλυστρώντας στο φαρδύ το ναί.
Πάντοτε αυτοί οι Σταυροί του Όχι, φαντάζουν από απόσταση κακοτράχαλοι, αποκρουστικοί, αλλόκοτοι.
Τα μονοπάτια τού ναί συνήθως είναι πλούσια, ηδονικά, πολύβουα, που σε αρπάζουν σάν τις σειρήνες, και σε σαγηνεύουν φαντασμαγορικά, σάν σε ψεύτικα κανάλια, σάν σε καρναβάλια, δεν σε αγγίζουν όμως στα βαθιά, παρά μόνο στα γνώριμα, στα ψεύτικα στά επιφανειακά, σε ψηλαφίζουν.
Κάποια ναί σε φορτώνουν και με μία πίκρα, γιατί η ψυχή ασφυκτιά όταν μένει γυμνή, τρωτή στην παγωνιά.
Στην απόφαση του Όχι, περνάς Όλος από μέσα του, ποτίζεσαι γεμάτος σε όλη σου τη φύση, ζορίζεσαι στα μεγάλα κύματα που αρπάζεσαι, όμως δεν αφήνεσαι κρατιέσαι στα γερά.
Εδώ, έρχονται στιγμές πού παλεύεις με τα θηρία αυτής της γής, εχθρεύεσαι ανθρώπους γιατί όλοι σε αφήνουν μακρυά, από φόβο μόνο μήν παρασυρθούν μαζί σου, όμως ξέρεις ότι έχεις το Δίκαιο, και αυτό το Δίκαιο ακόμη, σε αναγνωρίζει, γιατί σε έψαξε προτύτερα Εκείνος, καί σέ εξέλεξε να θεριέψεις απέναντι στό κτήνος !
Αυτό το δίκιο σε κρατάει στη ζωή, βαθαίνει στο είναι σου, πλαταίνει σε ότι εργάζεσαι τριγύρω σου, σε ζωντανεύει αθόρυβα, σε λευτερώνει.
Είναι η ανάβαση μέσα από ξεχωριστή ανάσταση, είναι η καταξίωση ενός δύσβατου κρυφού δεσμού, που γιά πάντα θά στολίζει τον δρόμο πού άφησες τα οπίσω.
Είναι μία υπόσχεση τιμής, πού σέρνεις με διακήρυξη για μία ανόρθωση ζωής,
σαν να την χρωστάς στον εαυτόν σου,
από τότε,
από εκείνη την πτώση,
την μόνη βαρυχειμωνιά αυτού τού κόσμου.
Είναι υπόθεση ζωής που σε κρατάει στά φτερά μιάς άλλης τρομακτικής ελευθερίας,,,αυτής, που μόνο εσύ την βλέπεις και την ζείς, γιατί οι περισσότεροι νομίζουν ότι πάσχεις, σαλεύεις, μέσα σε μία τρέλα έρμαιος σε άδοξα, αχόρταγα λασπόνερα.
Όμως έρχεται κάποτε η ώρα πού θέλει ο Θεός να δώσει, για να σε
στεφανώσει, καί όλες οι κτηνωδίες σαν σκιές εξαφανίζονται αμέσως,
σαν το Φώς που εχύθηκε και παρέμεινε, μέσα στον πόνο άγιασε αυτή η ψυχή στο τέρμα,
εκεί ξεχύθηκε η αρετή, η Πίστη ή δυνατή η ζωντανή , αδειανή ιδέα είχες πόσο σε κράτησε δυνατά στα μπράτσα της,
στους κλυδωνισμούς αυτής της κουτρουβάλας της ζωής.
Μά πόσο θαυμαστό τελικά η μεγαλοφυΐα αυτού τού πόνου, να γίνεται ευλογία στη ζωή, περνώντας μέσα από το ένα, ( φτάνει το ένα), μεγάλο Όχι, πού αποφάσισε να σε έχει πια μαζί του, να νοστιμίζει βαθιά σου την ζωή, και ας νομίζουν όλοι οι άλλοι γύρω σου ότι εσύ σαλεύεις, αργοπεθαίνεις.
Κάπως έτσι είναι από εκεί και πέρα όλες οι αποφάσεις στη ζωή,
απλήγωτος θέλεις να είναι ο Χριστός,
επιλεγμένος πλέον βαδίζεις σε άλλη λογική,
αυτής της ξέφρενης αποκοπής, από τον κόσμο ακόμη παραπέρα, στην ομορφιά της άφθαστης πτυχής, που πηγάζει το συναίσθημα, σφύζει από ζωή, και ακούγεται στους άλλους μία πρωτοφανή σαλή πορεία.
Ο, τι απένειμε στεγνό και άκαμπτο, σκορπίζει,
και ο, τι στέναξε, καί έγειρε βαθιά στο Έλεος,
ανθίζει.