Διακινούσαν γυμνές φωτογραφίες συμμαθήτριάς τους – Ποια η απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων


Τι είπαν στις απολογίες τους

Η χαλαρή συζήτηση των δύο έφηβων συμμαθητών μέσω δημοφιλούς διαδικτυακής εφαρμογής πήρε απρόσμενη εξέλιξη, όταν εκείνος της έστειλε μια ιδιαίτερα προσωπική του φωτογραφία, ζητώντας από την συνομιλήτριά του να πράξει το ίδιο.

«Με απείλησε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα διέδιδε κακή φήμη για μένα στο σχολείο», εκμυστηρεύτηκε αργότερα η 15χρονη στη μητέρα της, όταν η τελευταία κατήγγειλε στην αστυνομία ότι φωτογραφίες και βίντεο όπου η κόρη της εμφανίζεται σχεδόν γυμνή κατέληξαν στα κινητά τηλέφωνα συμμαθητών της.

Η ανήλικη υποψιαζόταν ότι κάτι περίεργο συνέβαινε διότι είχε παρατηρήσει από καιρό συμμαθητές της να την κοιτάζουν περίεργα. Τον Σεπτέμβριο του 2019, εννέα μήνες μετά την αρχική αποστολή του επίμαχου υλικού, οι υποψίες της (τότε) 15χρονης, επιβεβαιώθηκαν, όταν ένας φίλος και συμμαθητής της, σε μια προσπάθεια να την προστατεύσει, έστειλε στον προσωπικό της λογαριασμό, σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ένα βίντεο που την απεικόνιζε ημίγυμνη.

Ύστερα από καταγγελία στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, η υπόθεση ερευνήθηκε και έφτασε στο ακροατήριο του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, όπου παραπέμφθηκαν σε δίκη τέσσερα ανήλικα εκείνη την περίοδο άτομα, στην πλειονότητά τους συμμαθητές της παθούσας, διότι προέκυψε ότι διακίνησαν το συγκεκριμένο υλικό.

Όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, φωτογραφίες ή βίντεο -που περιγράφονται ως πορνογραφικού περιεχόμενου- εστάλησαν σε άγνωστο αριθμό προσώπων, ως επί το πλείστον προερχόμενων από το σχολικό τους περιβάλλον στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην περιοχή όπου παραθέριζε, στη Χαλκιδική.

Τιμωρήθηκαν με… επίπληξη

Δικάζοντας την υπόθεση κεκλεισμένων των θυρών, το Δικαστήριο τούς έκρινε ένοχους και τους τιμώρησε με την ποινή της επίπληξης (σ.σ. πρόκειται για το επιεικέστερο από τα λεγόμενα αναμορφωτικά/θεραπευτικά μέτρα που προβλέπει ο νόμος για ανήλικους).

Οι ίδιοι, στις απολογίες τους, έδωσαν τις δικές τους εξηγήσεις και φαίνεται να εμφανίστηκαν μετανιωμένοι, ζητώντας συγγνώμη από την παθούσα. Στο Δικαστήριο κατέθεσε η μητέρα της παθούσας, η οποία εξιστόρησε τα γεγονότα, σημειώνοντας -μεταξύ άλλων- ότι η θυγατέρα της απευθύνθηκε σε παιδοψυχολόγο για παρακολούθηση.