Επιμέλεια συνέντευξης: Τσιαούση Δήμητρα
Η παράσταση ΑΓΓΕΛΑ του Γιώργου Σεβαστίκογλου έχει σημείο αναφοράς την Ελλάδα του ‘50 με όλες τις οικονομικές δυσκολίες που μάστιζαν την χώρα. Μια παράσταση που “βλέπει” την ιστορία από την πλευρά της υπηρέτριας, της μερίδας της εργατικής τάξης που βιώνει τις συνέπειες αυτής της κρίσης. Μαζί μας η Δανάη Γεωργούλα, η Άννα επί σκηνής, μιλά στο PIRAEUS PRESS για την παράσταση που πήρε παράταση και συνεχίζεται μέχρι τις 31 Μαρτίου.

Η Αγγέλα φτάνει στην Αθήνα από το χωριό της με μια βαλίτσα όνειρα, αντικατοπτρίζοντας το κύμα αστυφιλίας της εποχής στην Ελλάδα του ’50. Είναι όλα αυτά διαχρονικά προβλήματα της κοινωνίας μας;
Η ανθρωπότητα έχει περάσει τόσα και τόσα. Κάθε γενιά, καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά από βίαιες και ακατανόητες, για τις προηγούμενες γενιές, συνθήκες. Όλες, μα όλες, όμως προέρχονται από αυτόν τον ανθρώπινο παράγοντα που είναι ικανός να μας σώσει αλλά ταυτόχρονα και να μας διαλύσει. Τείνω προς το δεύτερο. Όσο λοιπόν, βλέπουμε την εργασιακή μας πραγματικότητα σαν το σκοπό της ζωής μας και όχι σαν μέσο, θα συνεχίζεται η αδιαχείριστη συμπεριφορά από όλες τις πλευρές. Αν θέλουμε να κάνουμε πραγματικά μια αλλαγή σε σχέση με την κατάσταση που υπήρχε το ’50, θα πρέπει να μετατοπιστεί κάτι ριζικά. Μέσα μας. Από κει που πηγάζει και η ευτυχία και η ελπίδα για έναν κόσμο που θα πετάξει σιγά-σιγά όλα αυτά που τον στοιχειώνουν. Η συλλογική πράξη βέβαια, είναι αυτή που το καθιστά στην πραγματικότητα εφικτό.
Όλες, μα όλες, όμως προέρχονται από αυτόν τον ανθρώπινο παράγοντα που είναι ικανός να μας σώσει αλλά ταυτόχρονα και να μας διαλύσει
Υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στις αγωνίες μιας υπηρέτριας του 1950 και ενός νέου εργαζόμενου στην Ελλάδα του 2026;
Τη στιγμή που γράφω αυτό έχουν περάσει λίγες ώρες από το τελευταίο εργατικό και θανατηφόρο «δυστύχημα». Θεωρούμε ότι αυτά τα πράγματα έχουν αρχίσει να γίνονται αυτονόητα αλλά απ' ότι το παρόν μας δείχνει, σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει. Το 50’ οι υπηρέτριες φοβόντουσαν για τη ζωή τους και μας φαίνεται αδιανόητο. Το 50’ και άλλα πράγματα συνέβαιναν που θεωρητικά τα έχουμε αφήσει πίσω μας. Πόσο «πίσω» όμως είναι στην πραγματικότητα αυτό το πίσω; Και τι κατάλοιπα έχει αφήσει; Μπορεί η «σωματική ακεραιότητα» να έχει εξασφαλιστεί –σχετικά- σε δουλειές γραφείου ή remote, δουλειές που η ψυχική υγεία περνάει πραγματική κρίση. Για τους υπόλοιπους όμως γιατί κανείς δε μιλάει; Γιατί δε μιλάμε για τις σερβιτόρες και τους σερβιτόρους; Γιατί δε μιλάμε για τους εργάτες και τις εργάτριες μιας οικοδομής; Για τους υπεύθυνους και τις υπεύθυνες υγιεινής ενός κτιρίου; Γιατί υπάρχουν αυτά τα φαντάσματα σε όλες τις αναφορές σε «εργαζόμενους»; Σε αυτές τις δουλειές που το σώμα και τα χέρια μπαίνουν πρώτα. Εργατικά «ατυχήματα» συμβαίνουν καθημερινά. Μπορεί η πρόθεση να μην είναι η ίδια όμως όσο πρόληψη δεν υπάρχει, το αποτέλεσμα παραμένει: Φοβόμαστε για τη σωματική μας ακεραιότητα. Με λίγα λόγια, οι αγωνίες μπορεί να μετατοπίζονται ελάχιστα ανά τους καιρούς, αλλά όσο αυτό το σύστημα που επικρατεί συνεχίζει, τίποτα δε μπορεί ν αλλάξει από τη ρίζα του.
Η φράση «Πρόσεχε μη βρεθείς κι εσύ μαχαιρωμένη» έχει έναν πολύ αιχμηρό πυρήνα που με δυσκόλεψε αρκετά να συνδεθώ
Ποια ήταν η πιο δύσκολη σκηνή για εσάς και γιατί;
Ο ρόλος μου – η Άννα- είναι ένας χαρακτήρας αρκετά κοντά σ εμένα. Στις περισσότερες σκηνές που είχα να την ταξιδέψω, αν τελικά τα κατάφερα, δρα και υπάρχει με τρόπο που σαν Δανάη καταλαβαίνω απόλυτα. Παρ όλα αυτά, έχει ένα χαρακτηριστικό που δε θα μπορούσα με τίποτα να καταλάβω. Η Άννα, μέσα σε όλη την συνθήκη μιας τρομοκρατίας, μέσα σ αυτό το ερώτημα που διατρέχει όλο το έργο, στο ερώτημα «Μόνη μου ή με τους άλλους», διαλέγει και αυτή τους άλλους. Με έναν τρόπο παράταιρο. Εκμεταλλεύεται τα τεκταινόμενα κάποιες φορές για το καλό της, κάποιες άλλες για να προστατέψει τους γύρω της. Σε μια σκηνή αυτό παίρνει μια μορφή μετατόπισης της βίας που έχει δεχτεί. Η φράση «Πρόσεχε μη βρεθείς κι εσύ μαχαιρωμένη» έχει έναν πολύ αιχμηρό πυρήνα που με δυσκόλεψε αρκετά να συνδεθώ. Βέβαια, γι' αυτό κάνουμε αυτή τη δουλειά. Νομίζω
Όσο αυτές οι εμπειρίες μεγαλώνουν, πρέπει να αφήνουμε λίγη περισσότερη αλήθεια να ακουμπάει στους ώμους των δικών μας
Τι σημαίνει για εσάς η φράση του έργου ότι «στην Αθήνα κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο διπλανός του»;
Στο κείμενο μπορεί να μην αναφέρεται, επί λέξει, η συγκεκριμένη φράση, αλλά κάθε δευτερόλεπτο, νοηματικά επαληθεύεται. Όσο και να λέμε και μαζί, να θέλουμε να πιστεύουμε ότι κοινωνικά οι ενσυναισθητικοί μας μηχανισμοί έχουν αρχίσει να γίνονται πιο λειτουργικοί, όσο και παράλληλα να προσπαθούμε να συνδεθούμε -κάποιες φορές- με τους "διπλανούς μας" δεν παύει να λειτουργεί ένας απόηχος μιας βαθιά ριζωμένης αντίληψης που μεγαλώνοντας μας φυτρώθηκε υποσυνείδητα. Μιας λειτουργίας "Τα εν οίκω μη εν δήμω" συνδυαστικά με το "Κάνε τη δουλειά σου και μη σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι". Βγαίνουμε στο δρόμο με τα καθωσπρέπει ψυχικά μας ρούχα και γυρνάμε στα σπίτια μας που ποιος ξέρει τι συμβαίνει πίσω απ' τις κλειδωμένες μας πόρτες. Στην πολυκατοικία που μένω, ξέρω ότι η Ελένη, η κυρία Φιλίτσα, ο Christopher και ο Thomas θα είναι εκεί ο,τι κι αν χρειαστώ. Πού όμως ξεκινάει αυτό το "Αν χρειαστώ κάτι"; Είναι το "Νιώθω μόνη μου απόψε γιατί έχασα έναν άνθρωπο που αγαπώ" ανάγκη ή πρέπει αυτή η ανάγκη για να χτυπήσεις την πόρτα του διπλανού να γίνει "Με έκλεψαν"; Και αυτά είναι περιπτώσεις ανθρώπων που δεν είναι στην καθημερινότητά μας και στον στενό μας κύκλο. Πόσες φορές μάθαμε κάτι για έναν αγαπημένο μας που δεν είχαμε ιδέα ότι μπορεί να περνούσε τόσο δύσκολα; Πόσες φορές δεν έχουμε προδοθεί από τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους; Όσο αυτές οι εμπειρίες μεγαλώνουν, πρέπει να αφήνουμε λίγη περισσότερη αλήθεια να ακουμπάει στους ώμους των δικών μας. Τουλάχιστον για να ξέρουν εκείνοι εμάς, με την ελπίδα να κάνουν και αυτοί το ίδιο.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Θέατρο Κάμιρος;
Να πάρει ο,τι έχει περισσότερο ανάγκη! Ο Γ. Σεβαστίκογλου γράφοντας αυτό το έργο, θίγει τόσα πολλά ζητήματα που ακόμα κι εμείς που ασχολούμαστε με αυτό εδώ το κείμενο για τουλάχιστον 5 μήνες, κάθε μέρα ξεκλειδώνεται και κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στην ελπίδα. Προσωπικά με εξοργίζει που στον κόσμο έννοιες όπως η αγάπη, η ελπίδα και η εμπιστοσύνη είναι πλέον διαπραγματεύσιμες. Θα ήθελα λοιπόν φεύγοντας, να έχει καταφέρει να μετατοπιστεί έστω και στο ελάχιστο κάτι μέσα στους ανθρώπους που βούτηξαν μαζί μας σ αυτόν τον κόσμο. Αυτό όμως, θέλει προσπάθεια και από τις δύο μεριές.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΕΔΩ.















































