Τρεις συντελεστές του Χορεύοντας στη Λούνασα απαντούν στo PIRAEUS PRESS





EΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ: ΤΣΙΑΟΥΣΗ ΔΗΜΗΤΡΑ 

Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» του Ιρλανδού συγγραφέα Brian Friel, από τα σημαντικότερα έργα του 20ου αιώνα ζωντανεύει στον «Πίσω Χώρο», του Θεάτρου Κάτω απ’ τη Γέφυρα. Τρεις συντελεστές της παράστασης, ο Νίκος Δαφνής που υπογράφει την σκηνοθεσία, η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου με διττό ρόλο, στην μουσική-χορογραφία και στην διανομή και η Μαρουσώ Γεωργοπούλου, ηθοποιός που πρωταγωνιστεί σε αυτήν, μιλούν στο PIRAEUS PRESS.

Κωνσταντίνα, ως ηθοποιός που έχει αναλάβει και τη μουσική και τη χορογραφική επιμέλεια, ποια είναι η δυναμική της μουσικής και του χορού στην παράσταση;

Στο Χορεύοντας στη Λούνασα η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο, είναι η μυστική φλέβα του έργου. Είναι η στιγμή που όσα δεν μπορούν να ειπωθούν, ξεσπούν μέσα από το σώμα. Ως ηθοποιός αλλά και υπεύθυνη για τη μουσική και τη χορογραφική επιμέλεια, είδα τη μουσική σαν έναν εσωτερικό μηχανισμό απελευθέρωσης.

Η ραδιοφωνική μουσική, ο ρυθμός, το ξέσπασμα του χορού γίνονται μια πράξη αντίστασης απέναντι στη σιωπή, στην καταπίεση, στην ασφυκτική ηθική της εποχής. Ο χορός δεν είναι «χαρούμενος» με την επιφανειακή έννοια - είναι σχεδόν διονυσιακός. Είναι μια ρωγμή στο καθωσπρέπει περίβλημα των ηρωίδων.

Επέλεξα η κίνηση να γεννιέται οργανικά από τις εσωτερικές εντάσεις των προσώπων. Να μοιάζει σαν κάτι που τις κυριεύει, όχι σαν κάτι που αποφασίζουν. Γιατί σε αυτό το έργο, η μουσική είναι μνήμη, επιθυμία, καταπίεση και ελευθερία μαζί.

Ποια ηρωίδα υποδύεστε; Έχετε κοινά σημεία ταύτισης;

Υποδύομαι την Κέιτ, τη μεγαλύτερη από τις αδελφές - μια γυναίκα που κουβαλά το βάρος της ευθύνης και της κοινωνικής εικόνας της οικογένειας. Είναι αυστηρή, βαθιά θρησκευόμενη, πειθαρχημένη. Όμως αυτή η αυστηρότητα δεν πηγάζει από σκληρότητα, πηγάζει από φόβο. Φόβο για την κοινωνική απομόνωση, για την οικονομική κατάρρευση, για την ηθική «πτώση».

Με συγκινεί η εσωτερική της σύγκρουση. Από τη μία, η ανάγκη να κρατήσει τα πάντα υπό έλεγχο, από την άλλη η βαθιά - σχεδόν απελπισμένη- ανάγκη της να ανήκει, να αγαπηθεί, να χαλαρώσει.

Ταυτίζομαι με την αίσθηση ευθύνης που πολλές φορές γίνεται προσωπική φυλακή. Με εκείνη τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δύναμη και στην καταπίεση του εαυτού. Η Κέιτ είναι ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά, αλλά δεν ξέρει πώς να το εκφράσει χωρίς να διακινδυνεύσει την ισορροπία που έχει χτίσει.

Πώς αντιλαμβάνεται η ηρωίδα τον περιορισμό της επαρχιακής ζωής στην Ιρλανδία του μεσοπολέμου και την ανάγκη για αγάπη;

Η Κέιτ ζει στον στενό πυρήνα μιας επαρχιακής κοινωνίας της Ιρλανδίας του μεσοπολέμου, όπου η Εκκλησία, η φήμη και η οικονομική επιβίωση καθορίζουν τα πάντα. Για εκείνη, ο περιορισμός δεν είναι απλώς εξωτερικός - είναι εσωτερικευμένος. Έχει μάθει να αυτολογοκρίνεται πριν ακόμη την κρίνουν οι άλλοι.

Ωστόσο, κάτω από αυτή τη θωράκιση, υπάρχει μια γυναίκα που διψά για τρυφερότητα. Η ανάγκη για αγάπη εκδηλώνεται έμμεσα - μέσα από την αγωνία της να κρατήσει ενωμένη την οικογένεια, μέσα από την υπερπροστασία, μέσα από την αυστηρότητα.

Πιστεύω ότι η Κέιτ δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να ομολογήσει πόσο εγκλωβισμένη νιώθει. Όμως στις στιγμές του χορού, εκεί που το σώμα προδίδει την πειθαρχία, βλέπουμε τη ρωγμή. Και μέσα σε αυτή τη ρωγμή, φαίνεται η βαθιά της ανάγκη να ζήσει κάτι πέρα από το «πρέπει».

Μαρουσώ, η Άγκνες είναι μια εσωστρεφής αλλά βαθιά συναισθηματική μορφή, με έντονη εσωτερική σύγκρουση. Πώς προσεγγίσατε ψυχολογικά τον ρόλο ώστε να αποδώσετε όσα δε λέγονται ανοιχτά στη σκηνή;

Η Άγκνες στο «Χορεύοντας στη Λούνασα» του Μπράιαν Φρίελ είναι ένας πολύ ιδιαίτερος ρόλος. Είναι σιωπηλή και αρκετά εσωστρεφής. Δεν εκφράζεται εύκολα με λόγια αλλά έχει έντονο εσωτερικό κόσμο. Μέσα της κουβαλά καταπίεση, ανεκπλήρωτες επιθυμίες και μια βαθιά ανάγκη για αγάπη και διαφυγή. Η σιωπή της μιλά περισσότερο από τα λόγια.

Η Άγκνες ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα. Προσπάθησα, μέσα από πολλές αναγνώσεις του ρόλου, να τη δω μπροστά μου, να τη γνωρίσω, να την καταλάβω και εν τέλει να τη νιώσω. Ο συγκεκριμένος ρόλος απαιτεί λεπτότητα και εσωτερικότητα, δυνατή παρουσία χωρίς υπερβολές και μια έντονη εκφραστικότητα που πρέπει να φανεί μέσα από το βλέμμα και το σώμα. Αυτές ήταν οι σκηνοθετικές οδηγίες του Νίκου Δαφνή, που με βρήκαν σύμφωνη και προσπάθησα να τις ακολουθήσω, προσθέτοντας και στοιχεία από εμένα.

Πώς περιγράφετε τη σχέση της Άγκνες με τις αδελφές της και πώς αυτή επηρεάζει τις επιλογές και τη συμπεριφορά της στο έργο;

Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» μας αφηγείται τη ζωή πέντε αδελφών που ζουν μαζί σ’ ένα μικρό χωριό, στην Ιρλανδία του 1936. Ανύπαντρες όλες, με κοινωνικούς περιορισμούς, οικονομικές δυσκολίες και ανάγκη για ελευθερία. Η Άγκνες, προσπαθεί να ενισχύσει οικονομικά το σπίτι, πλέκοντας γάντια, μαζί με την αδελφή της Ρόουζ. Η σχέση της με καθεμιά από τις αδελφές της είναι διαφορετική. Με τη μεγάλη της αδελφή, την Κέιτ υπάρχει ένταση που πότε «πνίγεται» και πότε εκφράζεται με στιγμές έκρηξης. Με τη Μάγκι τη συνδέει μια μεγαλύτερη οικειότητα. Η σχέση είναι πιο ζεστή και χαλαρή. Με την Κρις η σχέση είναι περίπλοκη. Από τη μια την υποστηρίζει στην προσπάθειά της να μεγαλώσει ένα παιδί εκτός γάμου, αλλά από την άλλη κρύβει ένα μεγάλο μυστικό που την εμποδίζει να δείξει όλη της την αγάπη. Είναι κρυφά ερωτευμένη με τον πατέρα του παιδιού της Κρις και αυτό την κάνει να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα όταν αυτός εμφανίζεται. Ζηλεύει, στενοχωριέται και το δείχνει εμφανώς. Τέλος, με τη Ρόουζ η σχέση είναι τελείως διαφορετική. Της δείχνει μια ιδιαίτερη αδυναμία και φροντίδα. Είναι βαθιά προστατευτική και συμπονετική απέναντί της, την υποστηρίζει αν και ξέρει ότι οι πράξεις της δεν είναι πάντα σωστές. Η σχέση της με τη Ρόουζ είναι η πιο καθοριστική, καθώς τελικά οι δυο τους μοιράζονται κοινή μοίρα.

Τι είναι αυτό που αγαπήσατε περισσότερο στην Άγκνες όταν διαβάσατε το «Χορεύοντας στη Λούνασα» και πώς προσπαθείτε να το δείξετε στο κοινό μέσα από την ερμηνεία σας;

Διαβάζοντας το «Χορεύοντας στη Λούνασα», η αλήθεια είναι, ότι ξεχώρισα τον ρόλο της Άγκνες. Ήθελα πολύ να την υποδυθώ γιατί βρήκα πολλές δυσκολίες. Μου άρεσε η σιωπή της και άκουσα όσα δε λέει… Δεν είναι σιωπηλή επειδή δεν έχει κάτι να πει. Είναι σιωπηλή επειδή νιώθει πολλά. Και όταν ένας ηθοποιός «ακούει» αυτά που δε λέγονται, τότε ο ρόλος ζωντανεύει πραγματικά.

Προσπαθώ, λοιπόν, να μεταφέρω στο κοινό όσα δε λέγονται. Μέσα από τον ρυθμό της, μέσα από τα βλέμματά της, τις εκρήξεις της αλλά και τον χορό της, θέλω να την ακούσουν. Η Άγκνες έχει μια εσωτερική φωτιά. Σπάνια ξεσπά, αλλά όταν το κάνει, το κοινό πρέπει να το νιώθει σαν αποκάλυψη. Αν ήθελα να της βάλω στο στόμα κάποια λόγια που δεν έχει γράψει ο Φρίελ θα έλεγε: «Στη σιωπή κρύβεται η αλήθεια μου κι εκεί βρίσκω ελευθερία».

 

Νίκο, τι σας παρακίνησε να ανεβάσετε το έργο του Ιρλανδού συγγραφέα στο θέατρο σας;

Πριν από δεκαοτώ χρόνια, μαζί με την Κωνσταντίνα, το είδαμε στο «Old Vic theatre» στο Λονδίνο. Το λατρέψαμε… και από τότε μπήκε στα σχέδιά μας.

Αλλά έπρεπε να βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες.

Οι απαιτήσεις στη «Λούνασα» είναι τέτοιες που έπρεπε πολλά πράγματα να συγκλίνουν. Και το πιο σημαντικό: Ένας θίασος που να αποτελείται από ηθοποιούς, όχι μόνο ΠΟΛΥ καλούς, αλλά και να λειτουργούν σαν ομάδα.

Φέτος, στην «παιδική» μας σκηνή έτυχε να παίζουν στενοί συνεργάτες της «Γέφυρας» εδώ και χρόνια. Ήταν μια ιδανική συγκυρία και - φυσικά - την … «εκμεταλλευτήκαμε».  και αυτό διευκόλυνε τα πράγματα.

Πώς αξιοποιείται η πίσω σκηνή για τις ανάγκες της παράστασης;

Ο λιλιπούτειος «Πίσω χώρος» ενεργειακά είναι ένας ιδιαίτερος χώρος. Ο πιο μακρινός θεατής κάθεται 5-6 μέτρα μακριά από το κέντρο της σκηνής. Και ο πιο κοντινός … λιγότερο από ένα. Αυτή η συνθήκη ήταν η ιδανική για το συγκεκριμένο έργο. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλά, αλλά να είναι ΜΕΣΑ στην παράσταση.

 

Το έργο μιλά για την ανάγκη για αγάπη και ελευθερία κόντρα στις κοινωνικές συμβάσεις. Νιώθετε ότι τα μέλη της κοινωνίας μας στερούνται της ελευθερίας τους λόγω των επιταγών της κοινωνίας;

Οφείλω να ομολογήσω πως θεωρώ αφέλεια να ενοχοποιούμε (γενικώς) την «κοινωνία» για όλα. Η κοινωνία είναι αυτή που είναι. Οι συνθήκες που επιτρέπουν να ζουν τα μέλη της με αλληλοσεβασμό, ασφάλεια, συντροφικότητα και αγάπη, χωρίς προκαταλήψεις, συμβάσεις, και «απαγορεύεται» δεν «φύτρωσαν» στο περιβόλι κάθε γενιάς και κάθε εποχής. Κατακτήθηκαν με αγώνες και θυσίες συλλογικές και ατομικές. Νομίζω πως κάθε άνθρωπος έχει υποχρέωση να διεκδικήσει αυτές τις συνθήκες, τον προσωπικό του «ζωτικό χώρο». Θα υποκλιθώ στην επιτυχία και θα συμπαρασταθώ στην αποτυχία  των προσπαθειών του.

Αλλά ποτέ δεν θα του αναγνωρίσω το δικαίωμα να είναι στην κοσμάρα του κι από τον καναπέ του να γκρινιάζει για την κοινωνία που τον αδίκησε.

 

Σας ευχαριστούμε πολύ για την φιλοξενία και σε περιμένουμε στην παράστασή μας.

Κωνσταντίνα, Μαρουσώ, Νίκος

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΕΔΩ.