Κορυδαλλός: «Φώναζαν “βοήθεια, σώστε μας”» – «Κάθε μέρα ερχόταν η νεκροφόρα και φόρτωνε»


Κάτοικοι στον Κορυδαλλό αποκαλύπτουν βασανιστήρια και άθλιες συνθήκες υγιεινής – «Έβριζαν χυδαία οι νοσοκόμες» – «Πέταγαν τις πάνες στα δέντρα»

Ξεχειλίζει η οργή των συγγενών των ηλικιωμένων που φιλοξενούνται στο γηροκομείο-«κολαστήριο» του Κορυδαλλού, μία ημέρα μετά την έφοδο του κλιμακίου της Περιφέρειας Αττικής στη δομή.

Από νωρίς το πρωί, συγγενείς τροφίμων βρίσκονται έξω από το γηροκομείο και απαιτούν να πάρουν τους ηλικιωμένους από τη δομή. Κάποιοι, μάλιστα, ζητούν την παρέμβαση εισαγγελέα, ώστε να απομακρυνθούν οι ηλικιωμένοι, την ώρα που η απόφαση για τους φιλοξενούμενους είναι να παραμείνουν σε καραντίνα, καθώς ανάμεσα τους υπάρχουν κρούσματα Covid.

Την ίδια ώρα, τα στόματα ανοίγουν και οι κάτοικοι της περιοχής αποκαλύπτουν τα βασανιστήρια που περνούσαν οι ηλικιωμένοι στο γηροκομείο.

«Φώναζαν οι ασθενείς “βοήθεια, σώστε μας”. Και πολλοί γείτονες έβγαιναν και έλεγαν “κόψτε το, σταματήστε”. Αν είχα τη δυνατότητα να πηδήξω από το μπαλκόνι μου, αν είχα ένα μαδέρι, θα το ‘κανα, γιατί μια ημέρα μια νοσοκόμα μίλαγε χυδαία στους γέρους» καταγγέλει ένας κάτοικος της περιοχής, ο οποίος άκουγε τους ηλικιωμένους να ζητούν βοήθεια από τα μπαλκόνια. «Φώναζαν οι ηλικιωμένοι από τα μπαλκόνια. Στο λέω και ανατριχιάζω. “Βοήθεια, σώστε μας” έλεγαν. Και πολλές βρισιές οι νοσοκόμες».

Παράλληλα, περιγράφει και τις… συνθήκες υγιεινής που τηρούσαν οι εργαζόμενοι στη δομή. «Μίλαγαν χυδαία στους παππούδες και στις γιαγιάδες. Ήταν τραγική η κατάσταση. Για καθαριότητα, ξέρω να πω ότι οι πάνες υπήρχαν πάνω στα δέντρα και στην είσοδο της πολυκατοικίας μου» λέει χαρακτηριστικά.

Αποκαλυπτικά είναι όσα περιγράφει ένας άλλος κάτοικος της περιοχής, ο οποίος έβλεπε καθημερινά νεκροφόρες να σταθμεύουν έξω από το γηροκομείο και να παραλαμβάνουν σορούς. «Εδώ είναι αμέτρητοι αυτοί που έχουν πεθάνει. Λόγω των συνθηκών. Καθημερινά ερχόταν η νεκροφόρα και φόρτωνε» τονίζει ο ίδιος και κάνει λόγο για άθλιες συνθήκες διαβίωσης των ηλικιωμένων.

Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, όπως εξηγεί, οι συγγενείς των τροφίμων προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τους πάρουν από το γηροκομείο. «Η δομή αυτή έχει λειτουργήσει εδώ και 4-5 χρόνια. Οι συνθήκες απ’ ό,τι έβλεπα ήταν άθλιες. Το προσωπικό ήταν ως επί το πλείστον αλλοδαπές. Δούλευαν 10, 20 ημέρες, ένα μήνα. Έφευγαν, μετά έρχονταν άλλες. Μια μαγείρισσα είχε στο υπόγειο και μαγείρευε, την οποία εν συνεχεία τη σταμάτησε και έπαιρνε φαγητά από catering. Μια φορά μόνο ανέβηκα πάνω να επισκεφθώ ένα φίλο μου και είδα την όλη κατάσταση, ότι δεν ήταν η πρέπουσα. Μύριζε γενικά ο χώρος. Στην είσοδο που έμπαινες, μύριζε. Απ’ ό,τι άκουγα από ανθρώπους που έρχονταν καμία φορά εδώ, προσπαθούσαν να πάρουν με κάθε τρόπο τους δικούς τους ανθρώπους. Εγώ του είχα κάνει παρατήρηση για τα απόβλητα που πέταγαν το βράδυ οι κοπέλες» περιγράφει ο γείτονας των ηλικιωμένων τροφίμων.

«Μια συμμαθήτριά μου είχε επισκεφθεί το ίδρυμα και ήθελε να βάλει τη μητέρα της. Και μου τηλεφώνησε και μου είπε “πήγα εκεί στη γειτονιά σου αλλά δεν μου άρεσε το περιβάλλον και πήρα τη μητέρα μου από εκεί”» δηλώνει, τέλος, μια κάτοικος στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας, η οποία παραλίγο να βρεθεί ως φιλοξενούμενη στο γηροκομείο-«κολαστήριο».