Αλέξης Τσίπρας: «Είμαι έτοιμος να κυβερνήσω από χθες, όχι αύριο»

Έτοιμος να κυβερνήσει “χθες, όχι αύριο”, δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας κατά την συνέντευξη Τύπου στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum, ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι στερείται στρατηγικής και τόνισε πως θα ήταν ανεύθυνο από μέρους του να ζητήσει εκλογές εν μέσω πανδημίας.

Ότι η κυβέρνηση στερείται στρατηγικής σε διάφορους τομείς επανέλαβε πολλάκις ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Αλέξης Τσίπρας, στη συνέντευξη Τύπου που παρέθεσε στο πλαίσιο του Thessaloniki Helexpo Forum, ενώ ανέφερε πως “σαφώς υπήρξε παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων” στην περίπτωση του Ορούτς Ρέις. Χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ “ραχοκοκκαλιά της της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης” και τόνισε πως “θα ήταν πολύ ανεύθυνο σε συνθήκες πανδημίας να ζητήσω εκλογές”, καθώς, όπως είπε χαρακτηριστικά, “οι αρχές μας δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε αυτό που έκανε ο κ. Μητσοτάκης στο παρελθόν”. Σχετικά με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είπε: “Είμαι έτοιμος χθες, όχι αύριο”.

Υπήρξε παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων

“Σαφώς και υπήρξε παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων”, ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας ερωτηθείς σχετικά με το Ορούτς Ρέις και την πορεία του στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. “Δεν μας αφορά προφανώς το ποιοτικό αποτέλεσμα των ερευνών. Δεν γνωρίζουμε ποιες είναι οι δεσμεύσεις της Τουρκίας αν έχει δώσει. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θέτουμε θέμα μη κυρώσεων επειδή απέσυρε το σκάφος η Τουρκία. Θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διεκδικήσει κυρώσεις στη Σύνοδο. Και φυσικά αν μην τι άλλο το πρώτο βαθμό κυρώσεων. Αν δεν γίνει, θα βρισκόμαστε με το πιστόλι στον κρόταφο και θα δούμε πολύ σύντομα το ίδιο έργο”, τόνισε, ενώ επανέλαβε ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να βάλλει στο τραπέζι του διαλόγου κυριαρχικά της δικαιώματα.

Σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση στα ελληνοτουρκικά, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ανέφερε: “Έχω συναντήσει πολλές φορές τον Τούρκο Πρόεδρο και όχι σε εύκολες στιγμές. Είχαμε κι εμείς πολλές δυσκολίες με την τουρκική κυβέρνηση. Δεν σταματήσαμε ποτέ να έχουμε κανάλια επικοινωνίας. Με δύσκολες συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες. Πήγα τρεις φορές στην Τουρκία μέσα σε έξι μήνες, καλέσαμε για πρώτη φορά Τούρκο Πρόεδρο στην χώρα μετά από δεκαετίες. Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κανείς στην εξωτερική πολιτική είναι να μην έχει ανοικτούς διαύλους…Λένε ότι είναι απρόβλεπτος ο Ερντογάν και απομονωμένος. Ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο. Η πολιτική του είναι προβλέψιμη, δημιουργεί τετελεσμένα, βάζει ζητήματα που είναι λυμένα…Έχουμε διαφορές με την Τουρκία; Έχουμε. Είναι η υφαλοκρηπίδα που ταυτίζεται με την ΑΟΖ και εμείς πιστεύουμε ότι θα πρέπει να λυθεί με διάλογο και στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία θα πρέπει να πιεστεί και από την ΕΕ να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου. Φοβάμαι ότι ο κ. Μητσοτάκης ακολουθεί μία τακτική βλέποντας και κάνοντας, κινείται χωρίς πυξίδα. Αν ο κ. Μητσοτάκης κινείται επάνω στην εθνική γραμμή τότε δεν πίεσε για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης…Συναντούσε τον Ερντογάν στα Ηνωμένα Έθνη και δεν μιλούσε για επίλυσης της διαφορά στο Αιγαίο με διάλογο. Γιατί; Γιατί ήταν εγκλωβισμένος στην αντιμετώπιση του προσφυγικού. Γιατί δεν ζήτησε κυρώσεις για την Τουρκία στην ΕΕ; Υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα. Η ανησυχία μου είναι ότι η κυβέρνηση κινείται με έλλειψη στρατηγικής και με διγλωσσία και χωρίς να λέει την αλήθεια.
Για την στάση της ΕΕ είπε ότι το κρίσιμο είναι να διαπιστώσουν ότι η Τουρκία δεν απειλεί μόνο την Ελλάδα, άρα η μία σοβαρή στρατηγική είναι του καρότου και του μαστίγιου.

“Αν είναι αληθές ότι επίκειται η επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών με την Τουρκία, να το χαιρετίσω, είναι θετικό να υπάρξει. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να γίνει σοβαρή προσπάθεια να προχωρήσουν οι διερευνητικές για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ και αν αυτές δεν καταλήξουν να πάμε στο διεθνές δικαστήριο”, είπε.

Σημείωσε ότι “όμως η κυβέρνηση οφείλει μια επίσημη ενημέρωση”. Έθεσε το ερώτημα αν υπήρξαν ανταλλάγματα για την απόσυρση του Ορουτς Ρεις και έναρξη των διερευνητικών, σχολιάζοντας ότι μακάρι αυτό να το έκανε από μόνος του ο Ερντογάν. Ρώτησε τι περιλαμβάνει τελικά αυτή η “συμφωνία” στο Βερολίνο και σημείωσε ότι το μείζον ερώτημα είναι: “Αν η ατζέντα των διερευνητικών -που καλώς να ξεκινήσουν-θα είναι η ίδια με αυτή που αφήσαμε εμείς το 2016”.

Ο κ. Τσίπρας σημείωσε πως το κρίσιμο ερώτημα είναι “πού θα συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε με την Τουρκία και ποιο θα είναι το συνυποσχετικό με το οποίο θα πάμε στη Χάγη” εφόσον δεν υπάρξει κατάληξη στις διερευνητικές. Υπογράμμισε ότι όμως δεν μπορείς να απομειώνεις τα επιχειρήματα σου πριν προσφύγεις στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. “Πας σε διαπραγμάτευση έχοντας από πριν υπονομεύσει τις θέσεις σου;”, σχολίασε.

Σε σχέση με τον νόμο Μανιάτη θύμισε ότι αυτός ήταν “σημαία” της ΝΔ και πως ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση αυτό το νόμο “ως κυβέρνηση εμείς υπερασπιστήκαμε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας”. Ο κ. Τσίπρας σημείωσε: “Αν ο κ. Μητσοτάκης πιστεύει ότι ο νόμος Μανιάτη είναι ξεπερασμένος οφείλει να συγκαλέσει το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών για να πάρουμε όλοι μαζί μια απόφαση. Αν όμως πιστεύει ότι ισχύει, οφείλει να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση οφείλει να λέει την αλήθεια και όχι να έχει άλλη γλώσσα μέσα και άλλη έξω”.

Ερωτηθείς, είπε μεταξύ άλλων ότι “το πρόβλημα του κ. Μητσοτάκη είναι ότι έχει ένα εσωτερικό ακροατήριο που έχει συνηθίσει συγκεκριμένη ρητορική στα εθνικά θέματα, και έτσι έχει άλλη γλώσσα μέσα και άλλη έξω”. “Δεν προτρέπουμε εμείς σε πολεμικές επιχειρήσεις, εμείς λέμε: πείτε την αλήθεια στον λαό και ελάτε να χαράξουμε μια εθνική στρατηγική”, σημείωσε.

Ο κ. Τσίπρας σχολίασε ότι σε ένα άρθρο πρωθυπουργού πάντα είναι διπλοτσεκαρισμένη και τριπλοτσεκαρισμένη η κάθε λέξη. Είπε ότι στο μεν άρθρο του στον διεθνή Τύπο μίλησε για “διαφορές”, ενώ στη ΔΕΘ μίλησε για “μείζονα διαφορά”. “Να μας πει λοιπόν ποιες είναι οι άλλες ‘διαφορές’, οι ελάσσονες”, τόνισε, καλώντας τον κ. Μητσοτάκη επίσης να πει αν αυτά που έχουν ακουστεί περί αποστρατικοποίησης νησιών εντάσσονται μέσα σε αυτές τις ελάσσονες “διαφορές” κι αν είναι προς συζήτηση. “Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα υπήρχε ποτέ καμία κυβέρνηση που θα δεχόταν να θέσει σε έναν διάλογο ζητήματα κυριαρχίας”.