Επιμέλεια συνέντευξης: Τσιαούση Δήμητρα
Η ηθοποιός και συνιδιοκτήτρια των εκδόσεων ΑΓΚΥΡΑ Δήμητρα Παπαδημητρίου συμμετέχει στην πολυαναμενόμενη διασκευή της διαχρονικής Έντα Γκάμπλερ σε σκηνοθεσία Πολυξένης Καζάκου, που θα παρουσιαστεί σε λίγες μέρες στο θέατρο ΛΥΧΝΟΣ, ΤΕΧΝΗΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, στο Γκάζι. Με σκοπό να εκμαιεύσουμε περισσότερες πληροφορίες για την νέα παραγωγή, συνομιλήσαμε με την ηθοποιό...

Είναι φανερό πλέον, τόσο μέσα από τις κινηματογραφικές δουλειές όσο και από τις παραστάσεις της, ότι η Καζάκου Πολυξένη εξελίσσει τα κλασικά συστήματα που διδάσκονται στην Ελλάδα. Πατώντας πάνω στις βάσεις του Στανισλάφσκι, φέρνει για πρώτη φορά ουσιαστικά στη χώρα μας την Τεχνική Τσάμπακ — τη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι κορυφαίοι σταρ του Χόλιγουντ (όπως ο Brad Pitt και η Charlize Theron) για να μετατρέπουν το τραύμα σε δύναμη νίκης. Πώς βιώνετε εσείς αυτή τη μετάβαση από το παλιό στο νέο σύστημα και πόσο αλλάζει την υποκριτική σας φαρέτρα η καθοδήγηση της Πολυξένης, που απαιτεί από εσάς να μην παίζετε "θύματα", αλλά μαχητές που διεκδικούν τη ζωή τους;»
Αυτό που βιώνω μέσα από αυτή τη δουλειά είναι ουσιαστικά μια μετατόπιση ευθύνης. Από μια πιο “παρατηρητική” προσέγγιση της υποκριτικής, περνάμε σε κάτι βαθιά ενεργητικό και προσωπικό. Η βάση του Στανισλάφσκι υπάρχει — η αλήθεια, το βίωμα, η εσωτερικότητα — αλλά με την προσέγγιση της Πολυξένης και την επιρροή της Τεχνικής Τσάμπακ, όλα αυτά αποκτούν κατεύθυνση, στόχο και, κυρίως, διεκδίκηση.
Δεν καλείσαι απλώς να αισθανθείς· καλείσαι να κάνεις κάτι με αυτό που αισθάνεσαι. Να μετατρέψεις ακόμα και τα πιο δύσκολα ή τραυματικά στοιχεία σε δύναμη δράσης. Και αυτό αλλάζει ριζικά τον τρόπο που στέκεσαι πάνω στη σκηνή.
Για μένα, αυτή η διαδικασία είναι πολύ απελευθερωτική αλλά και απαιτητική. Σε φέρνει αντιμέτωπο με πιο αληθινά κομμάτια του εαυτού σου, χωρίς “ασφάλειες”. Δεν υπάρχει χώρος για παθητικότητα ή για το να “παίζεις” κάτι επιφανειακά. Υπάρχει μόνο η ανάγκη να διεκδικήσεις, να παλέψεις, να υπάρξεις μέσα στη σκηνή με όρους ζωής.
Ως “θεία Γιούλε”, αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί πρόκειται για έναν χαρακτήρα που συχνά μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο ήπια ή περιφερειακά. Μέσα από αυτή τη μέθοδο, όμως, ανακαλύπτω τη δική της δύναμη, τη δική της ανάγκη να κρατήσει ισορροπίες, να προστατεύσει, να επιβιώσει συναισθηματικά. Δεν είναι απλώς μια φιγούρα φροντίδας — είναι ένας άνθρωπος που μάχεται με τον δικό του τρόπο.
Νομίζω πως αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη αλλαγή: δεν υπάρχουν “μικροί” ρόλοι ή “παθητικοί” χαρακτήρες. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν κάτι με όλη τους την ύπαρξη. Και αυτό, όταν το ανακαλύπτεις, αλλάζει όλη σου την υποκριτική φαρέτρα.
Βλέπουμε μια τολμηρή αντίθεση: Τη Θεία Γιούλε από τη μία και μια "Lara Croft" εκδοχή της Έντα από την άλλη. Πώς η σκηνοθετική ματιά της Πολυξένης κατάφερε να ενώσει τον λόγο του Ίψεν με την κίνηση και το σύμβολο μιας σύγχρονης μαχήτριας;
Αυτή η αντίθεση είναι, νομίζω, και η καρδιά της παράστασης. Από τη μία υπάρχει η Θεία Γιούλε — ένας άνθρωπος βαθιά ριζωμένος σε αξίες, φροντίδα και μια ανάγκη να κρατήσει τον κόσμο σε ισορροπία. Από την άλλη, η Έντα εμφανίζεται σαν μια σύγχρονη μαχήτρια, σχεδόν αρχετυπική, που δεν αποδέχεται περιορισμούς και παλεύει με ένταση για την ελευθερία της.
Η ματιά της Πολυξένης καταφέρνει να ενώσει αυτά τα δύο μέσα από τη δράση. Ο λόγος του Ίψεν δεν μένει στατικός ή “λογοτεχνικός” — μετατρέπεται σε κίνηση, σε ενέργεια, σε σύγκρουση. Το σώμα γίνεται φορέας του κειμένου. Και εκεί, η Έντα ως μια “Lara Croft” φιγούρα δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά ένα σύμβολο: της γυναίκας που μάχεται, που δεν συμβιβάζεται, που διεκδικεί μέχρι τέλους.
Μέσα σε αυτό το σύμπαν, η Θεία Γιούλε αποκτά μια άλλη διάσταση. Δεν είναι απλώς το αντίβαρο· είναι η ανθρώπινη πλευρά που προσπαθεί να κρατήσει τη συνοχή, να προστατεύσει, να κατανοήσει. Και αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί μια ένταση πολύ σύγχρονη: ανάμεσα στο “κρατάω” και στο “σπάω”, στο “αντέχω” και στο “διεκδικώ”.
Νομίζω πως αυτό που πετυχαίνει η σκηνοθεσία είναι να δείξει ότι όλα αυτά συνυπάρχουν μέσα μας. Και τελικά, η παράσταση δεν αφορά μόνο την Έντα ή τη Γιούλε — αφορά τη σύγκρουση αυτών των δύο δυνάμεων μέσα στον ίδιο άνθρωπο.
Ως άνθρωποι του πνεύματος, ηγείστε ενός γνωστού εκδοτικού οίκου. Τι είδε η Πολυξένη σε εσάς και πώς κατάφερε να μεταφέρει την πνευματικότητα των εκδόσεών σας στην ωμή δράση της σκηνής; Πιστεύετε ότι η μέθοδος που φέρνει η Πολυξένη είναι η "νέα ανάγνωση" που χρειαζόταν το ελληνικό θέατρο;»
Ίσως αυτό που είδε η Πολυξένη σε μένα δεν είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που υπηρετώ όλα αυτά τα χρόνια μέσα από τις εκδόσεις: μια βαθιά πίστη στη δύναμη του λόγου. Όμως στη σκηνή, αυτός ο λόγος δεν μπορεί να μείνει στη σκέψη — χρειάζεται να περάσει στο σώμα, να δοκιμαστεί, να συγκρουστεί.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση αλλά και η γοητεία αυτής της συνεργασίας. Η Πολυξένη κατάφερε να “μεταφράσει” αυτή την πνευματικότητα σε δράση. Να πάρει κάτι που είναι εσωτερικό, σχεδόν σιωπηλό, και να το κάνει ορατό, σωματικό, άμεσο. Να σε ωθήσει να μην κρύβεσαι πίσω από την κατανόηση, αλλά να εκτίθεσαι μέσα από την πράξη.
Για μένα, αυτή η διαδικασία λειτουργεί σαν μια συνέχεια της ίδιας πορείας: το βιβλίο καλλιεργεί τη σκέψη, ενώ το θέατρο την εκθέτει. Και τα δύο, όμως, αναζητούν την αλήθεια.
Όσο για το αν αυτή η μέθοδος αποτελεί μια “νέα ανάγνωση” για το ελληνικό θέατρο, θα έλεγα πως περισσότερο ανοίγει έναν νέο δρόμο. Έναν δρόμο όπου η υποκριτική δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση, αλλά γίνεται πράξη ζωής. Όπου ο ηθοποιός δεν αφηγείται απλώς, αλλά διεκδικεί.
Και νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που το σύγχρονο κοινό το έχει ανάγκη: μια αλήθεια πιο άμεση, πιο σωματική, πιο αδιαμεσολάβητη.
Στην παράσταση έρχεσαι αντιμέτωπη με την Έντα της Πολυξένης. Πόσο προκλητικό είναι να στέκεσαι απέναντι σε μια ηθοποιό που δεν παίζει το "θύμα", αλλά μια μαχήτρια; Πώς η καθοδήγηση της Πολυξένης σε βοήθησε να βρεις τη δική σου "νίκη" μέσα από έναν παραδοσιακά παθητικό ρόλο;»
Είναι πραγματικά μια πρόκληση που σε κρατά σε συνεχή εγρήγορση. Όταν έχεις απέναντί σου μια Έντα που δεν λειτουργεί ως “θύμα”, αλλά ως μια μαχήτρια με έντονη βούληση και ενέργεια, δεν μπορείς να σταθείς παθητικά. Σε αναγκάζει να ενεργοποιηθείς, να βρεις τη δική σου δύναμη, τον δικό σου λόγο ύπαρξης πάνω στη σκηνή.
Η καθοδήγηση της Πολυξένης ήταν καθοριστική σε αυτό. Δεν μου επέτρεψε ποτέ να “κρυφτώ” πίσω από την επιφάνεια ενός πιο ήπιου, φροντιστικού ρόλου. Με οδήγησε να ανακαλύψω τι θέλει πραγματικά η Θεία Γιούλε, ποιο είναι το προσωπικό της διακύβευμα, ποια είναι η δική της μάχη — γιατί υπάρχει πάντα μια μάχη, ακόμα και στους πιο φαινομενικά ήσυχους ανθρώπους.
Έτσι, η “νίκη” για μένα δεν είναι κάτι εξωτερικό ή θεαματικό. Είναι η εσωτερική της αντοχή, η επιμονή της να κρατήσει κάτι όρθιο μέσα σε έναν κόσμο που διαλύεται. Είναι η ανάγκη της να προστατεύσει, να διατηρήσει την ανθρώπινη σύνδεση, να μη χαθεί.
Και τελικά, αυτό είναι που κάνει τον ρόλο τόσο ζωντανό: δεν είναι παθητικός. Είναι ένας άλλος τρόπος μάχης. Λιγότερο θορυβώδης, αλλά εξίσου βαθύς και ουσιαστικός.
Πώς είναι να δουλεύετε υπό την καθοδήγηση της Καζάκου Πολυξένης, η οποία ως σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια επιλέγει να "ξεβολέψει" τον κλασικό Ίψεν και να τον μεταφέρει από το χαρτί στη σωματική δράση; Νιώθετε ότι αυτή η συνύπαρξη των εκδόσεων με την ομάδα Artelix γεννά μια νέα μορφή καλλιτεχνικής κοινότητας στην Ελλάδα, όπου το πνεύμα και η σκηνική μάχη γίνονται ένα;
Η συνεργασία με την Πολυξένη Καζάκου είναι μια βαθιά δημιουργική εμπειρία. Αυτό που με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τον Ίψεν — όχι ως κάτι “μουσειακό”, αλλά ως ζωντανό υλικό που απαιτεί να περάσει μέσα από το σώμα, τη σύγκρουση και την αλήθεια του ηθοποιού. Μας ωθεί να βγούμε από την ασφάλεια του λόγου και να ανακαλύψουμε τη δράση πίσω από αυτόν, κάτι που κάνει τη διαδικασία απαιτητική αλλά και εξαιρετικά απελευθερωτική.
Για μένα προσωπικά, αυτή η εμπειρία συνδέεται πολύ ουσιαστικά και με τη βασική μου ιδιότητα στον χώρο των εκδόσεων. Μέσα από τη συνεργασία των Εκδόσεων Άγκυρα με την ομάδα Artelix, νιώθω πως δημιουργείται ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος ανάμεσα στο κείμενο και τη σκηνή. Είναι σαν το βιβλίο να συνεχίζει να “γράφεται” πάνω στο σώμα του ηθοποιού.
Πιστεύω ότι τέτοιες συμπράξεις όντως διαμορφώνουν μια νέα μορφή καλλιτεχνικής κοινότητας στην Ελλάδα — μια κοινότητα όπου η σκέψη, η λογοτεχνία και η σκηνική πράξη δεν λειτουργούν ξεχωριστά, αλλά συναντιούνται και αλληλοτροφοδοτούνται. Και αυτό, για μένα, είναι ίσως το πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο στοιχείο αυτής της δουλειάς.
Η Θεία Γιούλα στον Ίψεν παρουσιάζεται συχνά ως μια γυναίκα που ζει για τους άλλους, σχεδόν υποταγμένη. Στην προσέγγιση της Καζάκου Πολυξένης, όμως, βλέπουμε μια άλλη δυναμική. Πώς είναι να ανακαλύπτεις τη δική σου "κρυφή δύναμη" μέσα από αυτόν τον ρόλο και πώς η Artelix σε βοήθησε να μετατρέψεις την καλοσύνη της θείας Γιούλε σε μια συνειδητή πράξη αντίστασης;»
Αυτό που ανακαλύπτω μέσα από τη Θεία Γιούλε είναι ότι η καλοσύνη δεν είναι αδυναμία — είναι επιλογή. Και, πολλές φορές, είναι μια πολύ συνειδητή μορφή αντίστασης. Στην προσέγγιση της Πολυξένης, η Γιούλε δεν είναι μια γυναίκα που απλώς “ζει για τους άλλους”, αλλά ένας άνθρωπος που επιλέγει να στηρίζει, να αντέχει και να κρατά δεσμούς, ακόμα κι όταν αυτό έχει κόστος.
Η “κρυφή δύναμη” της δεν είναι εξωτερική ή επιθετική. Είναι βαθιά εσωτερική. Είναι η αντοχή της, η επιμονή της να παραμένει ανθρώπινη μέσα σε ένα περιβάλλον έντασης και σύγκρουσης. Και αυτό, για μένα, είναι μια μορφή σιωπηλής αλλά ουσιαστικής διεκδίκησης.
Η δουλειά με την Artelix με βοήθησε να δω αυτή τη διάσταση πολύ πιο καθαρά. Μέσα από τη σωματικότητα και τη δράση, δεν μένουμε στην “εικόνα” της καλής θείας, αλλά ψάχνουμε τι κάνει, τι θέλει, τι υπερασπίζεται. Και εκεί, η καλοσύνη παύει να είναι κάτι παθητικό — γίνεται πράξη. Γίνεται στάση ζωής.
Τελικά, η Γιούλε αντιστέκεται με τον δικό της τρόπο: επιλέγοντας να μη σκληρύνει, να μη χάσει την πίστη της στους ανθρώπους. Και αυτό, ίσως, είναι πιο δύσκολο από οποιαδήποτε εξωτερική σύγκρουση.
Πέρα από το κείμενο του Ίψεν, πώς "γεννήθηκαν" οι ρόλοι σας μέσα στις πρόβες της Artelix; Υπήρξε κάποια στιγμή που η Πολυξένη σας ζήτησε να βρείτε κάτι προσωπικό, ίσως ένα δικό σας τραύμα ή μια δική σας νίκη, και να το ενσωματώσετε στον χαρακτήρα σας, ξεφεύγοντας από τα παραδοσιακά ελληνικά πρότυπα υποκριτικής;
Οι ρόλοι μας δεν “χτίστηκαν” μόνο πάνω στο κείμενο, αλλά γεννήθηκαν μέσα από μια ζωντανή διαδικασία στις πρόβες. Ήταν μια διαδρομή ανακάλυψης, όπου κάθε σκηνή περνούσε από το σώμα, τη μνήμη και την προσωπική μας εμπειρία. Η Πολυξένη δεν μας άφησε να μείνουμε στην ασφάλεια της ερμηνείας· μας ώθησε να ψάξουμε τι σημαίνουν πραγματικά αυτά που λέμε.
Υπήρξαν στιγμές που μας ζητήθηκε να φέρουμε κάτι πολύ προσωπικό. Όχι απαραίτητα ως εξομολόγηση, αλλά ως ενέργεια — ως μια αλήθεια που μπορεί να μετατραπεί σε δράση. Να βρούμε μια δική μας “νίκη”, μια στιγμή που χρειάστηκε να αντέξουμε ή να διεκδικήσουμε, και να την αφήσουμε να τροφοδοτήσει τον ρόλο.
Αυτό για μένα ήταν ίσως το πιο απαιτητικό αλλά και το πιο ουσιαστικό κομμάτι. Γιατί εκεί ξεφεύγεις από τα γνώριμα υποκριτικά σχήματα και δεν “παίζεις” κάτι· το βιώνεις με έναν τρόπο πιο άμεσο, πιο εκτεθειμένο.
Στη Θεία Γιούλε, αυτή η διαδικασία με βοήθησε να συνδεθώ με μια πολύ προσωπική αίσθηση ευθύνης και φροντίδας — όχι ως υποχρέωση, αλλά ως επιλογή. Και μέσα από αυτό, ο ρόλος απέκτησε βάθος και αλήθεια που δεν θα μπορούσε να προκύψει μόνο από το κείμενο.
Νομίζω πως αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό στοιχείο αυτής της δουλειάς: ότι οι ρόλοι δεν είναι κάτι έξω από εμάς. Είναι κάτι που διαμορφώνεται μέσα από εμάς — και μαζί με εμάς.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΣΤΙΣ 21.00 ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΛΥΧΝΟΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΕΔΩ.
















































