O Μανόλης Σειραγάκης μιλά στο Piraeus Press 





Επιμέλεια συνέντευξης Τσιαούση Δήμητρα

Ο Μανόλης Σειραγάκης σκηνοθετεί την Ισμήνη της Καρόλ Φρεσέτ, μια από τις πιο περιφρονημένες μορφές της αρχαίας τραγωδίας και παρουσιάζεται στο θέατρο ARROYO. Ο αεικίνητος δημιουργός μιλά στο Piraeus Press και η συζήτηση περνά από Κρήτη μέχρι Αθήνα...

Η Ισμήνη της Καρόλ Φρεσέτ έρχεται στην Αθήνα. Ποια είναι η κεντρική θεματική που σας γοήτευσε στο συγκεκριμένο έργο και πώς διαφοροποιείται από τη γνωστή σοφόκλεια ηρωίδα;

Τα μεγάλα έργα έχουν το προτέρημα να λειτουργούν σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα κι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια τέτοια περίπτωση. Σε μια πρώτη ανάγνωση το έργο υπερασπίζεται απλά ένα παραγνωρισμένο και υποτιμημένο από τη θεατρική γραφή πρόσωπο, αφού μένει συνήθως στη σκιά της διάσημης αδερφής της, της Αντιγόνης. Ήδη λοιπόν ένα μέγα θέμα που μπαίνει είναι οι αδελφικές σχέσεις και οι επίδρασή τους στη διαμόρφωσή της ζωής μας. Δεν είναι από τα πιο συχνά θέματα στην παλιότερη δραματουργία, στη σύγχρονη όμως αποκτά ειδική βαρύτητα γιατί όντως επηρεάζει πολύ τις ζωές μας. Έπειτα είναι τα θέματα του ηρωισμού, της πολιτικής στάσης, της γνήσιας κι αληθινής φιλειρηνικής διάθεσης, της γενναίας στάσης μπροστά σε ένα μεγάλο γεγονός, της εικόνας που εδραιώνουν οι άλλοι για μας.

Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά την ηρωίδα; Ποια είναι η θέση της γυναίκας στη σύγχρονη εποχή, όπως την αναδεικνύετε στην παράσταση;

Η Καρόλ Φρεσέτ εξηγούσε σε μια συνέντευξή της για το έργο μόλις την περασμένη Κυριακή ότι την προβλημάτισε πολύ μια φράση που υπάρχει και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή: "Γεννηθήκαμε γυναίκες, δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τους άντρες". Ακτιβίστρια φεμινίστρια η ίδια αμφιταλαντεύτηκε πολύ αν έχει νόημα η φράση σήμερα, αν είναι συντηρητική ή οπισθοδρομική, κατάλοιπο της πατριαρχίας. Το γεγονός ότι την κράτησε τελικά, χωρίς να υποχωρεί από τις αρχές της δείχνει απλούστατα ότι παρά τις δυόμιση χιλιετίες που κύλησαν από τη μέρα που έγραψε την Αντιγόνη ο  Σοφοκλής, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε στο ζήτημα. Η Φρεσέτ αντιμετωπίζει τη συνειδητοποίηση του φύλου σαν ζήτημα ωριμότητας και γυναικείας ανωτερότητας αφού οι αντρικές επιλογής της φιλονικίας που φτάνει ως τις πράξεις πολέμου παραμένουν αδιανόητες για τη γυναίκα, θεωρεί, όχι από άποψη αδυναμίας αλλά από άποψη ωριμότητας και σύνεσης.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Θέατρο ARROYO. Πώς ο συγκεκριμένος χώρος εξυπηρετεί την ατμόσφαιρα του έργου;

Το θέατρο  Arroyo είναι ένας χώρος που ταιριάζει πολύ στην παράστασή μας. Τόσο η κομψή, λιτή κι απέριττη σκηνή του όπως την έχει διαμορφώσει ο Σταύρος Λίτινας όσο και το ύφος των παραστάσεων που φιλοξενεί ταιριάζει πολύ στην αισθητική μας. Το θέατρο αυτό προτείνει συστηματικά μικρά νέα σχήματα που έχουν κάτι καινούργιο να πουν κι από την άποψη αυτή η ένταξη της παράστασης στο θέατρο αυτό μας τιμά ιδιαίτερα.

Τι αποκομίζει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;

Η Ισμήνη δεν είναι μια κραυγαλέα παράσταση, είναι αντίθετα μια τρυφερή παράσταση χαμηλών τόνων. Αυτά είναι λόγια των σποραδικών παραστάσεων που κάναμε πέρυσι σε Τρίπολη, Αθήνα, Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Έτσι δίνεται η ευκαιρία ενός δημιουργικού αναστοχασμού πάνω στον μύθο, πάνω στο πλήθος των ζητημάτων που θέτει, πάνω στην πολιτική συμμετοχή, στην ουσιαστική πολιτική δράση και στάση σ' ένα κόσμο όπως ο σημερινός που τη ζητάει επιτακτικά, την απαιτεί σχεδόν εκβιαστικά και ζητά να πάρεις το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς, κάνοντας εχθρούς σου αυτούς που δεν διάλεξες.

Το φεστιβάλ Αντίβαρο έχει καθιερωθεί ως ένας σημαντικός πολιτιστικός θεσμός. Ποιοι είναι οι στόχοι της φετινής, 11ης διοργανώσης;

Δεν έχουμε συνηθίσει ένα σχήμα από την Περιφέρεια να εξορμά στην Αθήνα όχι με μία αλλά με τρεις διαφορετικές παραγωγές, η μία μάλιστα μια πιανιστική όπερα. Γιατί εκτός από την Ισμήνη, προγραμματίζουμε για τις 5 Μάη το "Ταξίδι με ανάποδο πεντάλ" σε μουσική Ιωσήφ Βαλέτ και λιμπρέτο Έλενας Κυρίτση, (Ωδείο Φίλιππος Νάκας) και την κωμωδία του Ρεμί Ντε Βος "Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος" με την Ελένη Ουζουνίδου στον κεντρικό γυναικείο ρόλο (Οκτώβριος, σε θέατρο που θα ανακοινωθεί). Από την άποψη αυτή κι αν συνυπολογίσουμε ότι οι τρεις αυτές δράσεις λειτουργούν συμπληρωματικά στο κατεξοχήν πρόγραμμα του Φεστιβάλ που απαρτίζεται από 11 θεατρικές παραστάσεις, καταλαβαίνουμε ότι δεν πρόκειται για μια λίστα έργων που μπορεί απλά κανείς να παρακολουθήσει στη διάρκεια του χειμώνα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη όπως το Ρέθυμνο. Πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο, έναν θεσμό, όπως πολύ σωστά είπατε, με συγκεκριμένη στόχευση, φιλοσοφία, άποψη, ατμόσφαιρα, λειτουργικότητα, αποτελεσματικότητα.

Πώς επιτυγχάνεται η "αλληλεπίδραση" μεταξύ κρητικών και αθηναϊκών παραστάσεων στο πρόγραμμα του φεστιβάλ;

Προσπαθούμε να μεταφέρουμε στην Αθήνα παραστάσεις που άρεσαν πολύ στο κοινό του Φεστιβάλ ή στο κοινό  της Κρήτης γενικότερα. Αυτό ξεκίνησε πρώτα με την πιανιστική όπερα "Ταξίδι με ανάποδο πεντάλ" κι έπειτα με την Ισμήνη που ξεκίνησε με πρόβες σε Ρέθυμνο και Αθήνα, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βιβλίου Τρίπολης αλλά παίχτηκε επίσης στην Κρήτη. Το "Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος" του Ρεμί ντε Βος είναι το πρώτο έργο που δουλεύεται με στόχο να παιχτεί πρώτα στην Αθήνα και κατόπιν στο Ρέθυμνο, αν και ο αρχικός στόχος ήταν ο ίδιος, να ξεκινήσουμε από την περιφέρεια προς το κέντρο. Το κοινό της Αθήνας είναι βέβαια διαφορετικό, έχει άλλες προσλαμβάνουσες κι άλλες εικόνες. Ωστόσο έχω την πεποίθηση ότι εύκολα αναγνωρίζει ποιοτικά χαρακτηριστικά σε μια παράσταση, την οσμή αυτού που λέμε θέατρο, την ατμόσφαιρά του, το ύφος του. Όλες μας οι παραστάσεις εμφανίζονται φυσικά και τροφοδοτούν το ετήσιο Φεστιβάλ Αντίβαρο, με εξαίρεση βέβαια την πιανιστική όπερα που δεν χώρεσε στον μικρό μας χώρο.

Ποια είναι η ανταπόκριση του κοινού στο Ρέθυμνο και πώς ένα φεστιβάλ «αντιστέκεται» (Αντίβαρο) στις προκλήσεις της εποχής;

Το Φεστιβάλ Αντίβαρο υπάρχει ακριβώς από αυτήν την ανταπόκριση, από μια πολύ θερμή και πολύ ενθαρρυντική ανταπόκριση. Αν αυτή δεν υπήρχε, θα είχε σβήσει ήδη από την πρώτη χρονιά. Γιατί, ας σημειωθεί, στα 11 χρόνια που το Φεστιβάλ είναι θεσμός έχει επιχορηγηθεί δυο μόνο φορές από το ΥΠΠΟ, τη μία μετά τις τρομερές ζημιές που προκάλεσε στη διοργάνωση η ματαίωση όλων σχεδόν των παραστάσεων λόγω του Covid. Είναι λοιπόν αποκλειστικά το κοινό που το συντηρεί, είναι οι 30 εθελοντές του Αντίβαρου και βέβαια είναι ο θίασος του Αντίβαρου που κάθε χρόνο διαθέτει όλες τις εισπράξεις των δικών του παραστάσεων για να συντηρηθεί το Φεστιβάλ. Μα πάνω απ' όλα είναι η μεγάλη ανάγκη του κοινού να δει καλό, ποιοτικό, θέατρο στην πόλη του με προσιτό εισιτήριο και αξιοπρεπείς συνθήκες. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι δεν απευθυνόμαστε συστηματικά σε χορηγούς αλλά πολύ επιλεκτικά σε πολύ συγκεκριμένες προσωπικότητες και επιχειρήσεις και ανθρώπους που μπορούν και θέλουμε κι εμείς να μας βοηθήσουν γιατί εκτιμούμε την επαγγελματική τους δράση. Το Ρέθυμνο φέτος συνταράχτηκε από μια περίπτωση βιαστικής, ίσως επιπόλαιης, ίσως προκλητικής επιλογής επίσημου μεγάλου χορηγού σε μια διοργάνωση δημόσιου χαρακτήρα και ξέρουμε ότι είναι κάτι που πρέπει κανείς πολύ να προσέχει. Είχα την τύχη κατά τη διάρκεια που η Ελευσίνα ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο για διευθυντές καλλιτεχνικών Φεστιβάλ και θυμάμαι την εντύπωση που μου είχε προκαλέσει η εισήγηση της διευθύντριας του Mama Europa, ενός από τα μεγαλύτερα Φεστιβάλ πανευρωπαϊκά, στην οποία μοιράστηκε μαζί μας τους προβληματισμούς της πάνω στο ζήτημα και την βαθιά περίσκεψη που χρειάστηκε όταν το Φεστιβάλ της είχε δεχτεί την πολύ δελεαστική πρόταση μιας μεγάλης σαουδαραβικής εταιρείας να αναλάβει την κεντρική του χορηγία. Η ισχνή βοήθεια της Πολιτείας και η ανάγκη για υποστήριξη από ιδιώτες είναι κι αυτή μια από τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής γιατί είναι πολύ δύσκολο μετά από αυτό να πεις τα πράγματα που θέλεις όπως ακριβώς τα είχες σχεδιάσει, χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΕΔΩ.