επιμέλεια συνέντευξης: Τσιαούση Δήμητρα
Ο “Αρχιτέκτων”, η σουρεαλιστική κωμωδία της Φώφης Τρέζου παρουσιάζεται στο θέατρο 104 με τεράστια επιτυχία. Την σκηνοθεσία υπογράφει η Ζωή Ξανθοπούλου και τη δραματουργική επεξεργασία ο Γιώργος Παπαπαύλου, όπου έχει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Κάποια κείμενα είναι σαν καθρέφτες. Δεν γυρίζεις σε αυτά. Αυτά σε περιμένουν μέχρι να αντέξεις να κοιταχτείς.
Μια φοιτητική πρώτη ανάγνωση και τώρα δεύτερη προσέγγιση. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιστρέψετε σε αυτό το κείμενο;
Στην πρώτη ανάγνωση ήμουν φοιτητής. Δηλαδή είχα περισσότερη ορμή από επίγνωση. Το διάβασα σαν ιδέα. Σαν σύμβολο. Σαν «ωραίο θέμα». Τώρα το διάβασα σαν άνθρωπος που έχει χτίσει, και γκρεμίσει, δικά του εσωτερικά σπίτια.
Επέστρεψα γιατί το κείμενο δεν τελείωσε μαζί μου. Με ακολουθούσε. Κάθε φορά που έπιανα τον εαυτό μου να θέλει να ελέγξει τα πάντα, μια πρόβα, μια σχέση, μια λεπτομέρεια, άκουγα τον Αρχιτέκτονα να ψιθυρίζει. Το έργο ωρίμασε μέσα μου. Ή μάλλον εγώ ωρίμασα αρκετά για να αντέξω το ερώτημά του: τι συμβαίνει όταν το δημιούργημα γίνεται πιο σημαντικό από τον άνθρωπο;
Κάποια κείμενα είναι σαν καθρέφτες. Δεν γυρίζεις σε αυτά. Αυτά σε περιμένουν μέχρι να αντέξεις να κοιταχτείς.
Σας έχουμε συνηθίσει σε δραματικούς ρόλους. Πώς είναι η εμπειρία της αναμέτρησης με την «υπόγεια ειρωνεία» και τον σαρκασμό στο είδος της σουρεαλιστικής κωμωδίας;
Η κωμωδία είναι ένα είδος που με ενδιέφερε πάντα πολύ και ως ηθοποιό και ως δάσκαλο υποκριτικής. Μου αρέσει η αναμέτρηση με τον ρυθμό, τη συγχρονικότητα αλλά μου αρέσει και η άμεση ανατροφοδότηση που παίρνεις απο το κοινό, απο τα γέλια τους. Η σουρεαλιστική ειρωνεία σε υποχρεώνει να παίζεις με απόλυτη σοβαρότητα κάτι παράλογο. Κι εκεί γεννιέται το γέλιο, όχι ως αστείο, αλλά ως αποκάλυψη. Το κοινό γελά και ταυτόχρονα νιώθει άβολα. Και αυτό είναι το ωραίο. Για μένα ήταν απελευθερωτικό. Γιατί η ειρωνεία απαιτεί ακρίβεια, ρυθμό, πειθαρχία. Δεν είναι «χαριτωμένη». Είναι φιλοσοφική.
Είναι βαθιά υπαρξιακό. Ο Αρχιτέκτονας δεν είναι θύμα άλλων. Είναι θύμα της ίδιας του της λογικής.
Ο Αρχιτέκτονας θεωρεί τους ανθρώπους «επικίνδυνα μεταβαλλόμενους» σε αντίθεση με τα κτίρια. Υπάρχουν στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας που «γλίστρησαν» στον ρόλο;
Αν πω όχι, θα πω ψέματα. Έχω μια βαθιά ανάγκη για δομή. Για τάξη. Για να λειτουργούν τα πράγματα. Στο θέατρο, στην ομάδα, στη ζωή. Η ιδέα ότι κάτι μπορεί να ξεφύγει του ελέγχου μου με αγχώνει,αλλά ταυτόχρονα με γοητεύει. Εκεί βρίσκεται το παράδοξο. Ο Αρχιτέκτονας πιστεύει ότι η σταθερότητα σώζει. Εγώ ξέρω, πια, ότι η ζωή είναι ρευστότητα. Αλλά το σώμα μου πολλές φορές επιθυμεί το σταθερό. Αυτή η σύγκρουση πέρασε στον ρόλο.
Πώς είναι να ερμηνεύετε έναν χαρακτήρα που νιώθει ότι φυλακίζεται μέσα στο ίδιο του το δημιούργημα;
Είναι βαθιά υπαρξιακό. Ο Αρχιτέκτονας δεν είναι θύμα άλλων. Είναι θύμα της ίδιας του της λογικής. Και αυτό είναι τραγικό με έναν σύγχρονο τρόπο. Δεν τον φυλακίζει κάποιος δεσμοφύλακας. Τον φυλακίζει η ιδέα του. Το πιο δύσκολο ήταν να μην τον παίξω ως «παράλογο». Είναι απόλυτα λογικός μέσα στο σύστημά του. Κι εκεί βρίσκεται ο τρόμος. Όταν η λογική σου γίνεται κελί, τότε δεν έχεις εχθρό να πολεμήσεις. Κάθε βράδυ στη σκηνή νιώθω ότι περπατώ σε ένα σπίτι που μικραίνει. Και όσο προσπαθώ να το διορθώσω, τόσο στενεύει.
Ο ήρωας επιβάλλει την τάξη με έναν τρόπο που αγγίζει τα όρια της βίας. Πόσο δύσκολο ήταν να βρείτε την ανθρωπιά και την ευαλωτότητα πίσω από αυτή την αυστηρή μάσκα;
Η βία του δεν είναι κραυγαλέα. Είναι ιδεολογική. Και η ιδεολογική βία είναι πιο επικίνδυνη από τη σωματική. Για να βρω την ανθρωπιά του έπρεπε να αναζητήσω τον φόβο του. Κανείς δεν ελέγχει αν δεν φοβάται. Πίσω από την εμμονή του υπάρχει τρόμος απέναντι στο χάος. Και ποιος δεν τον έχει αυτόν τον τρόμο; Η μάσκα της αυστηρότητας κρύβει έναν άνθρωπο που φοβάται να χαθεί. Όταν αυτό το αναγνωρίσεις, η σκληρότητα γίνεται κραυγή βοήθειας.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΕΔΩ.
















































